Ψηφίδες [xii]

Κώστας Μόντης

Τον Σεπτέμβριο του 1957 δύο ποιήματά μου δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους. Ήταν τα πρώτα που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας σε κυπριακό περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας. (Μία παλαιότερη προσπάθειά μου, στα Κυπριακά Γράμματα, είχε μείνει ανολοκλήρωτη: η πρόθεση δημοσίευσής τους βρίσκεται καταγραμμένη στη στήλη αλληλογραφίας του τελευταίου τεύχους του περιοδικού, πριν από την οριστική αναστολή της έκδοσής του). Στο ίδιο τεύχος του Τάιμς οφ Σάιπρους, στη στήλη αλληλογραφίας, δημοσιευόταν σύντομο σημείωμα του Κώστα Μόντη, επιμελητή της φιλολογικής στήλης, επαινετικό για τα νεανικά εκείνα ποιήματα και πρόσκληση να τον επισκεφθώ όταν θα βρισκόμουν στην Κύπρο (σπούδαζα τότε στο εξωτερικό). Η τιμή που γινόταν σε ένα πρωτοεμφανιζόμενο “συγγραφέα” από τον σεβαστό ποιητή ήταν πολύ μεγάλη. Τον συνάντησα στο γραφείο του, κάπου στην αρχή της οδού Λήδρας ―αν θυμάμαι καλά, και εντυπωσιάστικα από τη φιλική προσέγγισή του, που ήταν χωρίς καμιά διάθεση προσωπικής προβολής ή πατροναρίσματος. Όπως αργότερα διαπίστωσα η δική μου εμπειρία δεν ήταν η μοναδική. Ο Κώστας Μόντης συχνά στήριζε νέους δημιουργούς και δεν είναι λίγοι σήμερα που του οφείλουν πολλά για τη συμπαράσταση που τους πρόσφερε στα πρώτα βήματά τους.

     Στα χρόνια που ακολούθησαν είχαμε πολλές ευκαιρίες συναντήσεων, μερικές φορές και με τη συμμετοχή του Ανδρέα Χριστοφίδη, κοινού μας φίλου. Μοναδική περίπτωση κάποιας ―παροδικής― ψυχρότητας στις σχέσεις μας υπήρξε ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια εκπομπής στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), το 1980.

     Το ραδιοφωνικό τμήμα του ΡΙΚ παρουσίαζε τότε σειρά εκπομπών με τίτλο “Με τους δημιουργούς μας”: μια μικρή ομάδα δημιουργών ή ασχολουμένων με θέματα λογοτεχνίας, διαφορετική κάθε φορά, συνομιλούσε για το έργο ενός συγγραφέα, στην παρουσία του ιδίου, ο οποίος διάβαζε και δείγματα από το έργο του ή απαντούσε σε ερωτήματα. Η συγκρότηση της ομάδας γινόταν πάντοτε σε συνεργασία με τον τιμώμενο και το πρόγραμμα ήταν ηχογραφημένο.

     Στην εκπομπή για τον Κώστα Μόντη, εκτός από τον ίδιο, λάβαιναν μέρος ο Άνθος Λυκαύγης και ο Θεοκλής Κουγιάλης ―αν θυμάμαι σωστά, και ο γράφων. Παραγωγός της εκπομπής ήταν ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, λειτουργός στο ΡΙΚ.

     Ξεκινήσαμε και οι τρεις με γενικές τοποθετήσεις για το ποιητικό του έργο και προχωρήσαμε σε παρουσίαση διαφόρων πτυχών του. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν αψεγάδιαστα θετική και χωρίς οποιαδήποτε υποψία κριτικής διάθεσης, τόσο που ύστερα από λίγη ώρα άρχισε να βαραίνει και κάποιες απόψεις να επαναλαμβάνονται. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η “κοιλιά” αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε γενικευμένη ατονία της συνομιλίας. Βλέποντας τον κίνδυνο σκεφτηκα πως έπρεπε να ανανεωθεί το ενδιαφέρον, ίσως με μια ήπια κριτική νύξη.

     Όταν ήλθε η σειρά μου, άρχισα με αναφορά στα ιδιωματικά ποιήματα του Μόντη ―στην πλειονότητά τους αισιόδοξα, σε αντίθεση με το υπόλοιπο έργο του― εκφράζοντας την ιδιαίτερη αγάπη μου γι’ αυτά και προχώρησα να υπογραμμίσω τη μεγάλη εκτίμησή μου στις Στιγμές του ως καθοριστική ενότητα στην ποίησή του. Έκλεισα με το “ρητορικό” ερώτημα αν, παρά τη μεγάλη σημασία τους στο έργο του και την επίδρασή τους στη νεοελληνική ποίηση, τελικώς, ως ποιητικό είδος, εγκλώβισαν τον δημιουργό.

     Η άποψη εκφράστηκε νηφάλια και καλοπροαίρετα, με στόχο πάντοτε να αναζωογονηθεί η συνομιλία και δεν περίμενα ότι τούτο θα ενοχλούσε τον ποιητή. Αντέδρασε έντονα, αμφισβητώντας τις καλές προθέσεις των λόγων μου, και η ηχογράφηση προς στιγμήν διακόπηκε. Όταν ησύχασαν τα πνεύματα η εγγραφή ξανάρχισε και συνεχίστηκε έως το τέλος χωρίς πρόβληματα. Μετά την ολοκλήρωση της εκπομής ήλθε στο θάλαμο ο παραγωγός, λέγοντας “Πήγαμε πολύ καλά. Ξεπεράστηκε λίγο το χρονικό όριο, όμως θα το αντιμετωπίσουμε”. Ο Κώστας Μόντης πρόσθεσε: “Τότε να αφαιρέσετε αυτά που είπε ο κύριος Σταυρίδης”. Ο Χαραλαμπίδης χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτε. Σήμερα, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια, δεν θυμάμαι πώς αντιμετωπίστηκε το “επίμαχο” τμήμα της εκπομπής, έχω όμως την εντύπωση ότι μεταδόθηκε, χωρίς ενδείξεις της αναστάτωσης που είχε προκαλέσει. Ως παρεπόμενο, λίγες μέρες αργότερα έλαβα ταχυδρομικώς από τον ποιητή τη συλλογή του Κύπρια Ειδώλια, που μόλις είχε κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: Στο Φοίβο Σταυρίδη που φοβήθηκε τηνν επίδραση των “Στιγμών”! Κώστας Μόντης 26.10.1980.

        Ύστερα από κάποιες εβδομάδες πήρα από τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, από τη Θεσσαλονίκη, φωτοτυπία πρόσφατης μελέτης του ούγγρου νεοελληνιστή Szabo Kalman διήγημα του Κώστα Μόντη. Κρίνοντας ότι ο Μόντης δεν το γνώριζε, του το έστειλα· αυτό ήταν αρκετό να διαλύσει όποια νέφη είχαν μαζευτεί παλαιότερα. 

Published in: on Ιανουαρίου 28, 2009 at 6:06 μμ  Σχολιάστε  

Παντελής Μηχανικός (1926-1979)

michanikos

Συμπληρώνονται σήμερα τριάντα χρόνια από το θάνατο του ποιητή Παντελή Μηχανικού. Σωμα και αίμα του οι τρεις λιγοσέλιδες συλλογές του ―Παρεκκλίσεις (1957), Τα δυο βουνά (1963), Κατάθεση (1975)― που άφησε κληρονομιά στην ελληνική ποίηση· κάθε μια σφράγισε ένα σταθμό της νεότερης κυπριακής ιστορίας.

Ξεχασμένος από την πολιτεία και από πολλούς, όμως πάντοτε επίκαιρος.


Δύο ποιήματά του (από την Κατάθεση) όσο για να θυμόμαστε :

            Ένα τραγούδι για τον Ριμαχό

     Και ποιός ήτανε τόσο λεβέντης

     όπως τον Ριμαχό

     που έσκυψε και φίλησε το χώμα

     απ’ όπου διάβηκε η αγαπημένη του

     κι αυτή προχωρούσε υπερήφανη κι ακατάδεχτη

     κ’ οι άλλοι τον είπανε βλάκα

     κι αυτός ξανάσκυψε και ξαναφίλησε το χώμα

     ξέροντας καλά πως οι άλλοι τον λέγανε βλάκα.

 

     Και τα στήθια του ήταν γεμάτα χαρά.

     Γεμάτα χαρά.

 

     Ποιός ήτανε τόσο λεβέντης όπως τον Ριμαχό.

     Εφτά χιλιάδες φορές θα σκοτώνονταν

     για να υπερασπίσει το χώμα

     απ’ όπου διάβηκε η αγάπη του.

 

     Ποιός είναι λεβέντης σαν τον Ριμαχό

     ποιός έχει αγάπη σαν τον Ριμαχό

     να υπερασπίσει τούτα τα χώματα.

 

               Ονήσιλος

     Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος

     βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο

     ολοζώντανος.

 

     Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός

     κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:

     ένα καύκαλο

     ―το δικό του κρανίο―

     γεμάτο μέλισσες.

 

     Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος

     να μας κεντρίσουν

     να μας ξυπνήσουν

     να μας φέρουν ένα μήνυμα.

 

     Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος

     κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα

     χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

 

     Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων

     έφτασε στη Σαλαμίνα

     φρύαξε ο Ονήσιλος.

     Άλλο δεν άντεξε.

     Άρπαξε το καύκαλό του

     και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

 

     Κ’ έγυρα νεκρός.

     Άδοξος, άθλιος,

     καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

Published in: on Ιανουαρίου 20, 2009 at 10:09 πμ  Comments (1)  

Ψηφίδες [xi]

Ξάνθος Λυσιώτης

Ο Ξάνθος Λυσιώτης, ο ποιητής και ο άνθρωπος, εξέφραζε ό,τι τιμιότερο μπορούσε να προσφέρει η κυπριακή πνευματική δημιουργία της εποχής του. Kαι ό,τι πιο ειλικρινές, μακριά από συρμούς και ευκαιριακές επιδιώξεις. Δημιουργός, για περισσότερο από έξι δεκαετίες, σε μια γλώσσα που ολοένα λιγότεροι καταλαβαίνουν σήμερα, και ίσως ακόμη λιγότεροι διαβάζουν, γράφουν ή μιλούν, επίμονος εκφραστής ενός λυρισμού που άνισα αντιμαχόταν τη σκληρότητα των καιρών και τις νεότερες αναζητήσεις, παραμένοντας, ταυτόχρονα, μακριά από συναλλαγές και ματαιόδοξη δημοσιότητα.

     O Λυσιώτης έζησε στη γενέτειρα του Λάρνακα έως το 1937, όταν ―σχεδόν σαράντα χρόνων― για επαγγελματικούς λόγους εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία. H πολύχρονη διαμονή του στη γενέθλια πόλη άφησε επάνω του ανεξίτηλα τα σημάδια της. Διαθέτουμε για τούτο πολλές δικές του μαρτυρίες.

     Tο 1950, ευρισκόμενος για διακοπές στο Tρόοδος έγραφε το ποίημα “Λάρνακα”, ένα από τα λυρικότερά του κείμενα, απόσταγμα μνήμης και αγάπης, το οποίο τελειώνει με τους ακόλουθους μελαγχολικούς στίχους, που αναφέρονται βέβαια στη Λάρνακα θα μπορούσαν όμως να απευθύνονται και προς τον ίδιο  :

     Kυλά η ζωή σου όπως κυλούν των ουρανών οι λύχνοι

     και φθίνει σάμπως φθίνουνε στο φράχτη τ’ άσπρα ρόδα

     μοιραία και μελαγχολικά μ’ ανάλγητη ηρεμία

      πλάι στο κύμα που άριες παλιές σου μουρμουρίζει.

     Mα γύρω σου και μέσα σου εφιαλτικά πλανιώνται

     οι ριγηλότατες μολπές μιας εαρινής κιθάρας,

     γλάρων φτερά που αράξανε, καράβια διπλωμένα,

     κι άσπρα μαντήλια το ύστατο να δακρύσουνε ‘χαίρε’

     στη νιότη που άνθισε γοργή και πιο γοργή εμαράθη.

     Bέβαια η ζωή διέψευσε τον μελαγχολικό στίχο του ποιητή για τη ‘νιότη που άνθισε γοργή και πιο γοργή εμαράθη’ δωρίζοντάς του άλλα 37 χρόνια δημιουργίας και μια ψυχή που, ασφαλώς, είχε κατακτήσει την αιώνια νεότητα.

     Tον Oκτώβριο του 1985 ο Δήμος της Λάρνακας σε ειδική εκδήλωση τον τίμησε για τη συνολική προσφορά του στα κυπριακά γράμματα.  Aκριβώς δύο χρόνια πρωτύτερα, στον ίδιο χώρο, ο Δήμος Λάρνακας είχε τιμήσει ένα άλλο διακεκριμένο τέκνο του, τον ποιητή Παύλο Bαλδασερίδη και ο Λυσιώτης ήταν ο κύριος ομιλητής. Mε μεγάλη συγκίνηση αναφέρθηκε στη μακρόχρονη και στενή φιλία του με τον Bαλδασερίδη, στη συμπαράσταση που είχε κατά τα πρώτα ποιητικά του βήματα από τον κατά έξι χρόνια μεγαλύτερό του Bαλδασερίδη, έφερε μνήμες και αγάπες από τα παλιά και, παρά τα δικά του 85 χρόνια, με πάλλουσα φωνή απάγγειλε τη ‘Σερενάδα’ του Bαλδασερίδη.

     Tο τραγούδι της νεανικής καρδιάς του Λυσιώτη συνεχίστηκε με την ίδια ένταση και στην τιμητική εκδήλωση για τον ίδιο. Στο κατάμεστο θέατρο του Δήμου, αφού ονομάτισε ένα-ένα φίλους που είχαν αποδημήσει, απευθύνθηκε σε όσους φίλους των παλαιών ημερών παρευρίσκονταν στην αίθουσα, και με τη λυρική διάθεση που πάντοτε τον διέκρινε είπε, σχεδόν σαν να απάγγελλε ένα ακόμη δικό του ποίημα: “Eίμαστε η ομάδα που απομένει από τους κρίκους που έσπασαν, μα που τους συνδέει το όραμα των φευγαλέων αναπολήσεων, σε άσβηστες αντηχήσεις των ανέμελων αυλών».

     Για αρκετά χρόνια προς το τέλος τις ζωής του, κάθε χρόνο Kυριακή γύρω στις 6 Oκτωβρίου, μια μικρή ομάδα φίλων και εκτιμητών του έργου του μαζεύονταν στο θρυλικό εξοχικό σπίτι του, το “Aππιδάκι», στο χωριό Ψευδάς για να γιορτάσουν τα γενέθλιά του και παράλληλα να γνωρίσουν τους καρπούς μιας ακόμη δημιουργικής χρονιάς του Ξάνθου Λυσιώτη.

     Tην Kυριακή 5 Oκτωβρίου 1986, οι φίλοι που συγκεντρώθηκαν στο “Aππιδάκι” είχαν μια εμπειρία μοναδική. Στο τέλος της βραδιάς και λίγο πριν χωρίσουν, πλημμυρισμένος από ευτυχία για τις ευχές και την αγάπη των δικών και των φίλων του, ο Λυσιώτης ζήτησε να τραγουδήσει για όλους ένα παλιό σκοπό. Σήμερα ομολογώ πως δεν θυμούμαι ποιο ήταν το τραγούδι. Όμως, παρά τα χρόνια που πέρασαν, μου είναι ακόμη πολύ έντονο το ρίγος από το άκουσμα εκείνης της συγκινημένης αλλά καθαρής φωνής τενόρου, που δεν την είχαν αλλοιώσει τα χρόνια, μιας φωνής που ανάβλυζε ως κύκνειο άσμα μιας ζωής πλήρους και εύκαρπης, μιας ζωής που αποδείχτηκε έτοιμη από καιρό για τον μεγάλο θεριστή που ήλθε και την πήρε τρεις μήνες αργότερα.

     Έχοντας πια μπροστά μας ολοκληρωμένη τη ζωή και το έργο του τρυφερού ποιητή Ξάνθου Λυσιώτη, ίσως εν τέλει μπορεί να λεχθεί ότι, παρά τις προσωπικές οικογενειακές τραγωδίες που του έτυχαν ―και ήταν πολλές―, ακόμη τραγικότερο του ήταν ότι στη διάρκεια μιας μακράς ζωής, παρακολουθούσε τον συμπορευόμενο γύρω κόσμο του να γερνά και να φθίνει ενώ ο ίδιος, πάντοτε νέος στη ψυχή, μπορούσε ως το τέλος να τραγουδά και να στήνει καινούριους λυρικούς κόσμους.                                                                         

Published in: on Ιανουαρίου 8, 2009 at 11:58 πμ  Σχολιάστε  

Πνευματικές επιδράσεις από την Ελλάδα: Η ζωτική επενέργεια στους Κύπριους δημιουργούς

H πολύχρονη τουρκική κατοχή της Kύπρου (1571-1878) άφησε πίσω της συνθήκες ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης του ελληνοκυπριακού πληθυσμού. Eίναι αυτονόητο ότι μέσα σε τέτοιο κλίμα δεν μπορούσαν να υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για –έστω και υποτυπώδη– πνευματική ζωή όταν το πρόβλημα επιβίωσης προέβαλλε πρωταρχικό.

H τοπική εκπαίδευση ελάχιστα μπορούσε να προσφέρει λόγω έλλειψης σχολείων και οι ολιγάριθμοι Kύπριοι που είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν έπρεπε να καταφύγουν στο εξωτερικό, κυρίως στην Eλλάδα, όπου συχνά παρέμεναν και μετά τις σπουδές τους. Eνδεικτικές είναι οι περιπτώσεις του φιλολόγου, καθηγητή στην Iόνιο Aκαδημία, Iωάννη N. Oικονομίδη (1812-1884) και του καθηγητή  Συνταγματικού Δικαίου Nικόλαου I. Σαρίπολου (1817-1887), που ανήκαν σε επιφανείς οικογένειες οι οποίες είχαν εγκαταλείψει την Kύπρο κατά τουρκικές διώξεις του 1821. Στο Πανεπιστήμιο Aθηνών φοίτησαν κατά τα πρώτα 30 χρόνια της λειτουργίας του (1837-1867) 20 Kύπριοι. O μικρός αριθμός είναι ενδεικτικός των δύσκολων συνθηκών που επικρατούν στην τουρκοκρατούμενη Kύπρο αυτή την περίοδο και σίγουρα δεν αποτελεί κριτήριο της φιλομάθειας των Kυπρίων. Στις επόμενες δεκαετίες η κατάσταση διαφοροποιείται ριζικά και στα τέλη του 19ου αιώνα ένας μεγάλος αριθμός Kυπρίων εκπαιδευτικών, δημοσιογράφων και επιστημόνων έχει παρακολουθήσει ανώτερες σπουδές στην Eλλάδα. Iδιαίτερα ανάμεσα στους δημοσιογράφους και τους συγγραφείς της Kύπρου –πολλοί απο τους οποίους είναι εκπαιδευτικοί– η επαφή με την Eλλάδα εξακολουθεί να είναι στενή και η ενημέρωσή τους γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από την Aθήνα και σε μικρότερο βαθμό από άλλα κέντρα του ελληνισμού. Eίναι λοιπόν επόμενο ότι η πνευματική-πολιτιστική ζωή του τόπου έχει ως πρότυπο την αντίστοιχη ελληνική, από την οποία ενεργοποιείται και την οποία εκφράζει, στο μέτρο των τοπικών ιδιομορφιών και δυνατοτήτων της.

Γεγονός πολύ μεγάλης σημασίας για την πνευματική ανάπτυξη του τόπου απετέλεσε η εγκαθίδρυση τυπογραφείων και η έναρξη εκδοτικής δραστηριότητας στην Kύπρο. Στις 29 Aυγούστου 1878, μόλις ένα μήνα ύστερα από την άφιξη των Άγγλων στην Kύπρο, κυκλοφορεί στη Λάρνακα η πρώτη κυπριακή εφημερίδα, η δίγλωσση Kύπρος-Cyprus.  Eκδίδεται από τον πρωτεργάτη της κυπριακής δημοσιογραφίας, εκπαιδευτικό και συγγραφέα Θεόδουλο Φ. Kωνσταντινίδη, στο ενεργητικό του οποίου θα καταγραφεί και η έκδοση του πρώτου κυπριακού περιοδικού, Eυτέρπη. Eίναι σημαντικό ότι τη διγλωσσία της έκδοσης, καθώς και όρους συνιδιοκτησίας με τον Άγγλο συντάκτη, επέβαλαν οι φιλελεύθεροι νέοι αυθέντες του τόπου ως προϋποθέσεις για παραχώρηση αδείας έκδοσης, για να έχουν τη δυνατότητα ελέγχου της εφημερίδας.

Παρόλα τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει, η εκδοτική προσπάθεια ριζώνει με επιτυχία σην Kύπρο. Kατα την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα κυκλοφόρησαν τουλάχιστον δώδεκα εφημερίδες και δύο περιοδικά, και τυπώθηκαν περίπου 200 βιβλία, ενώ ο αριθμός των τυπογραφείων ξεπέρασε τα δέκα. Kαι αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός έφθανε μόλις τις 186000 και με πολύ υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού.

Eνδιαφέρον παρουσιάζει εδώ και η σύγκριση με τις εκδοτικές επιδόσεις των Kυπρίων για το υπόλοιπο της αγγλικής κατοχής: από τις αρχές του αιώνα μας ώς την εγκαθίδρυση της Kυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Όπως υπολογίζεται, στο διάστημα αυτό κυκλοφόρησαν περισσότερα από 300 περιοδικά έντυπα (περιοδικά και εφημερίδες), με μεγάλη διακύμανση ζωής. Kάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες επιβίωσης, πολιτικές, κοινωνικές ή οικονομικές, περιορισμένη από καταπιεστικούς αποικιοκρατικούς νόμους, διώξεις, φυλακίσεις, χρηματικές ποινές, η μαχόμενη κυπριακή δημοσιογραφία συντήρησε το εθνικό φρόνημα και κράτησε την πρωτοπορία στις πολιτικές και πνευματικές εξελίξεις του τόπου. Oι εκδόσεις βιβλίων, για την ίδια περίοδο, υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τις 5000.

H επιλογή της Λάρνακος για εγκατάσταση του πρώτου τυπογραφείου δεν ήταν τυχαία. Σε αντίθεση προς την ασφυκτικά τουρκοκρατούμενη δοικητική πρωτεύουσα, την Λευκωσία, οι παραλιακές πόλεις Λάρνακος και Λεμεσού, και κυρίως η πρώτη, είχαν κερδίσει πολλά προνόμια από τους Tούρκους κατά την ύστερη περίοδο της τουρκοκρατίας. Σε τούτο συνέβαλε σημαντικά η παρουσία σ’ αυτές μεγάλης κοινοτήτας ξένων υπηκόοων που διέμεναν εκεί υπό προξενική ή εμπορική ιδιότητα. Mια από τις σημαντικότερες “ξένες” κοινότητες των δύο πόλεων, η Eπτανησιακή, αρχίζει να δημιουργείται από τα τέλη του 18ου αιώνα και με την ένταξή της στο τοπικό στοιχείο εξελίσσεται σε μια από τις δυναμικότερες πολιτιστικές παρουσίες στην Kύπρο.   Άγγλος συγγραφέας των πρώτων χρόνων της αγγλοκρατίας γράφει χαρακτηριστικά ότι “η Λάρναξ είναι καθαρά δημοκρατία, κυβερνώσα εαυτήν, δυνάμει δικαιωμάτων από αμνημονεύτων χρόνων” και τούτο δεν απέχει πολύ της πραγματικότητας.

Oι δυο πόλεις συναποτελούν την πιο προωθημένη κοινωνικά περιοχή της Kύπρου και ανήκουν στην ίδια μητροπολιτική περιφέρεια (Kιτίου). Όλα αυτά οδηγούν ώστε, ώς το 1931, το κύριο βάρος του πολιτικού αγώνα κατά των Άγγλων να πέφτει στους ώμους του εκάστοτε Mητροπολίτη Kιτίου (Kυπριανός Oικονομίδης, Kύριλλος Παπαδόπουλος― κατόπιν αρχιεπίσκοπος Kύπρου Kύριλλος B’, Nικόδημος Mυλωνάς).

H Eκκλησία εξακολουθεί να είναι, ύστερα από από την Kυβερνητική Aρχή, η μεγαλύτερη πολιτικο-οικονομική δύναμη στον τόπο και θα ανέμενε κανείς να αποτελεί και τον συνεπέστερο εκφραστή μιας συμπαγούς συντηρητικής ιδεολογίας. Tούτο δεν συμβαίνει πάντοτε. Tο 1917 ο 28χρονος χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Nικόδημος Mυλωνάς δημοσιεύει, σε θρησκευτικό περιοδικό, άρθρο  με τίτλο «H κατάστασις του λαού» όπου αναφέρονται και τα ακόλουθα:

…Eις τον μακάριον αυτόν τόπον ευθύναι ποτέ δεν ζητούνται, αν δε ζητηθούν ποτέ, θα ζητηθούν ―εστέ βέβαιοι― από όπου ποτέ δεν υπήρξαν. Tόσον ο ραγιαδισμός εκυρίευσεν την ψυχήν του αγρότου μας.

Θα ήτο αστείον να ομιλήσει κανείς περί ευθυνών και να επιχειρήση τις υπεράσπισιν λαϊκών δικαιωμάτων εδώ, όπου η περί λαού αντίληψις εξισοί τούτον προς αμνόν άκακον αδιαμαρτυρήτως κειρόμενον. Eάν δε ποτέ ακούετε να γίνηται λόγος τις εν ονόματι των λαϊκών δικαιωμάτων να είσθε βέβαιοι ότι την στιγμήν εκείνην απεμπολούνται ταύτα αντί πινακίου φακής.

Tοιουτοτρόπως δε συμβαίνει ώστε, ενώ καθ’ εκάστην σχεδόν άνδρες βουληφόροι αναδεικνύονται δια της ψήφου του λαού, ίνα προστώσι τούτου εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής, δεν βλέπομεν ουδέ καν ένα τούτων να κινηθεί, να ταχθεί ο πρωτοπόρος μιας πανστρατιάς νέων ανδρών, ήτις με τον πέλεκυν μιας νέας σκέψεως να κόψει σύρριζα αιωνοβίους προλήψεις και δεισιδαιμονίας του λαού.

Tον επόμενο χρόνο ο Nικόδημος Mυλωνάς εκλέγεται στο θρόνο Kιτίου τον οποίο θα λαμπρύνει με τις εξαίρετες θρησκευτικές, πολιτικές και πνευματικές δραστηριότητές του, ανάμεσά τους η ίδρυση του πρώτου επιστημονικού κυπριολογικού περιοδικού (Kυπριακά Xρονικά, 1923-1937) και η ηγετική συμμετοχή του στον αγώνα κατά των Άγγλων, που οδήγησε στην εξέγερση του Oκτωβρίου 1931 και στην επακολουθήσασα εξορία του ιδίου.

Aπό την Eλλάδα και το μικρασιατικό ελληνισμό ένας μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών και άλλων προσωπικοτήτων έρχεται στην Kύπρο –κυρίως κατά τις πρώτες δεκαετίες της αγγλοκρατίας– και συμβάλλει αισθητά στην πνευματική και πολιτιστική συγκρότηση του τόπου. Στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (Λευκωσία) και μόνο, κατά τα πρώτα 50 χρόνια της λειτουργίας του, από τους 15 γυμνασιάρχες που το διευθύνουν, μόνο δυο είναι Kύπριοι· ανάμεσά τους συγκαταλέγονται κατοπινοί λαμπροί ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και εκπαιδευτικοί (Mιχαήλ Bολονάκης, Kωνσταντίνος Άμαντος, Στίλπων Kυριακίδης, Mιχαήλ Γ. Mιχαηλίδης-Nουάρος). Mε αξιόλογη συμβολή είναι και άλλες προσωπικότητες της εποχής, όπως οι Mικρασιάτες εκπαιδευτικοί Δημήτριος X. Xαμουδόπουλος, Iωάννης Συκουτρής, Oρέστης E.I. Xρηστίδης, Πασχάλης Πασχαλίδης, ο δικαστής καο λόγιος Xρήστος Παπαδόπουλος και από την Eλλάδα οι Πελοποννήσιοι Φίλιος Zαννέτος (γιατρός, πολιτευτής, συγγραφέας, Δήμαρχος Λάρνακος) και Nικόλαος Kαταλάνος (εκπαιδευτικός και δημοσιογράφος. Oι δυο τελευταίοι, λόγω της πολιτικής τους δραστηριότητας εξορίζονται από την Kύπρο στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Όπως γίνεται φανερό, όλα αυτά τα χρόνια πνευματικό και πολιτιστικό πρότυπο την Eλληνοκυπρίων είναι η Eλλάδα. Aπό το μεσοπόλεμο και ύστερα πυκνώνει η επαφή με τον κοσμοπολίτικο αιγυπτιώτικο ελληνισμό –που περιλαμβάνει στους κόλπους του μεγάλη και δραστήρια κυπριακή κοινότητα– όμως ο ελληνοκεντρισμός της δημόσιας κυπριακής ζωής παραμένει αναλλοίωτος.

Oι περισσότεροι Έλληνες Kύπριοι δημιουργοί των παλαιότερων χρόνων είχαν άμεση επαφή με την ελληνική πνευματική ζωή και πραγματικότητα, κυρίως μέσω σπουδών στην Eλλάδα. Eπιδράσεις υπήρξαν και από αλλού –ιδίως στα κατοπινά χρόνια– όμως χωρίς καμιά αμφιβολία η Eλλάδα ήταν συνεχής πηγή και καταφύγιο των πνευματικών ανησυχιών των Eλλήνων της Kύπρου. Tο γεγονός αυτό δεν είναι σχήμα λόγου κι ούτε είναι επιτρεπτό να ερμηνευθεί με στενά εθνικιστικά κριτήρια. H Kύπρος, ανεξαρτήτως των εκάστοτε πολιτικών περιπετειών της, πολιτισμικά ανήκει στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

H διελκυστίνδα ανάμεσα στην πνευματική παρουσία της Eλλάδας και την πολιτική σκοπιμότητα οριοθετείται, νομίζω καθοριστικά, το 1953 με την πρώτη επίσκεψη του Γιώργου Σεφέρη στην Kύπρο και με την κυκλοφορία το 1955 της συλλογής του …Kύπρον ου μ’ εθέσπισεν… (κατοπινά Hμερολόγιο καταστρώματος Γ’). Aντιστρέφοντας τον εύστοχο λόγο του Γ. Π. Σαββίδη για τη “ζωτική επενέργεια της Kύπρου στην ποίηση του Σεφέρη” θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η ζωτική επενέργεια της ποίησης του Σεφέρη στην Kύπρο, οδηγεί, από τότε, σε μια πνευματικότερη ελληνική παρουσία στην Kύπρο.

[Πρώτη δημοσίευση: Η Καθημερινή (Επτά Ημέρες): “Η λογοτεχνία της Κύπρου”. 21 Ιουλίου 1996. 2-5].

Published in: on Σεπτεμβρίου 20, 2008 at 9:01 πμ  Σχολιάστε  

Κάποια ενδεικτικά «έργα ζωής»

Η επικαιρότητα δεν αξιολογεί πάντοτε ακριβοδίκαια την παρουσία και προσφορά των ανθρώπων όσο ακόμη ευρίσκονται στη ζωή. Ιδιαίτερα στην εποχή μας, όπου η πρωτοκαθεδρία της προβολής στα ΜΜΕ, οι συσχετισμοί (πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί) και το πάθος της δημοσιότητας, δυνατόν να οδηγήσουν σε στρεβλή εικόνα της σημασίας ενός προσώπου ή γεγονότος. Μόνη ελπίδα, λοιπόν, απομένει ότι το «σημαντικό», εφόσον κατατεθεί ή καταγραφεί κάπου, αργά ή γρήγορα θα εντοπιστεί και θα δικαιωθεί. Όμως έξω από προϋποθέσεις άμεσης ανταπόδοσης για τον ανθρώπινο μόχθο που επενδύθηκε, λειτούργησαν (ή εξακολουθούν να λειτουργούν) κάποιοι δημιουργοί, τρεις από τους οποίους ας θυμηθούμε σήμερα.

Παράλληλα με την πλούσια εκπαιδευτική και επιστημονική δραστηριότητά του ο Κυριάκος Π. Χατζηιωάννου (1909-1997) άρχισε από το 1971 τη δημοσίευση του μνημειώδους έργου του Η αρχαία Κύπρος εις τας Ελληνικάς πηγάς, το οποίο ολοκλήρωσε εικοσιένα χρόνια αργότερα, στην ώριμη ηλικία των 83 χρόνων. Ο Κ.Π. Χατζηιωάννου, παρόλο που από το 1974 ήταν πρόσφυγας στη Λεμεσό, μακριά από το σπίτι και τα χαρτιά του κι ολοένα τον βάραιναν τα χρόνια, συνέχισε το έργο με αμείωτη ενεργητικότητα. Τούτο ολοκληρώθηκε σε οκτώ τόμους συνολικής έκτασης 3217 σελίδων και περιέλαβε χιλιάδες αποσπάσματα αρχαίων κειμένων που αναφέρονται στην Κύπρο, τόσο στο πρωτότυπο κείμενό τους όσο και σε νεοελληνική απόδοση από τον συγγραφέα.

Η βιβλιογράφηση κυπριακών εκδόσεων, ή και εκδόσεων που αναφέρονται στην Κύπρο, κατά καιρούς απασχόλησε Κυπρίους συγγραφείς και ερευνητές όμως η μακροβιότερη συστηματική προσπάθεια καταγραφής της τρέχουσας κυπριακής εκδοτικής παραγωγής άρχισε το 1985 με την έκδοση της Κυπριακής βιβλιογραφίας 1983-1984 του Νίκου Παναγιώτου. Η μοναχική προσπάθεια του Ν. Παναγιώτου συνεχίστηκε για μία εικοσαετία με την κυκλοφορία ισάριθμων τόμων, όπου μέσα σε ένα σύνολο 2758 σελίδων καταγράφηκαν 16676 λήμματα (τίτλοι). Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε μετά τον εικοστό τόμο, όταν πλέον ο συντάκτης του έργου συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να ελπίζει σε βοηθεία τρίτων. Αξιοσημείωτη είναι, τέλος, η εμμονή του Αριστείδη Λ. Κουδουνάρη να συνεχίζει έως τις μέρες μας επανεκδίδοντας «επηυξημένο» πάντοτε το πολύτιμο έργο του Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920. Από την πρώτη έκδοσή του το 1989 (196 σελίδες, 657 λήμματα) έως την πέμπτη έκδοση του 2005 (523 σελίδες, 1358 λήμματα) έχει καλυφθεί πολύς δρόμος. Να περιμένουμε και έκτη έκδοση, ή έχει και αυτός υποκύψει στη σκληρή μοίρα που επιβάλλει σε αφοσιωμένους λίγους η ψυχοφθόρα αδιαφορία των πολλών; Τελικώς, παρά τις τόσες αντιξοότητες, ας διατηρήσουμε άσβηστη την ελπίδα ότι η διάρκεια ζωής και η δυνατότητα επιβίωσης αυτού του τόπου συντηρείται ακόμη από κάποιους ωραίους τρελούς.  

Published in: on Σεπτεμβρίου 19, 2008 at 11:14 πμ  Σχολιάστε  

Το επιτάφιο επίγραμμα του Καζαντζάκη

O Xιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, του οποίου βιβλία κυκλοφορούν και στην Eλλάδα, σε συνέντευξή του (στο Θ. Λάλα, Το Βήμα, Κυριακή 18 Αυγ. 1996) αναφερόμενος σε επίσκεψή του στην Kρήτη, το 1984, λέει και τα παρακάτω: “Πήγα στην Iεράπετρα αφού πρώτα εκπλήρωσα το καθήκον μου ως συγγραφέα, που ήταν να επισκεφθώ τον τάφο του Kαζαντζάκη. Kαι βέβαια έκλαψα όταν είδα γραμμένο στην ταφόπλακα: Δεν πιστεύω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος”.

Παρόλο που έχει επισημανθεί πολλές φορές και από πολλούς, υπενθυμίζεται και εδώ, ότι η ρήση αυτή (η οποία, συχνά, από λάθος αποδίδεται στον Kαζαντζάκη) ανήκει στο φιλόσοφο Δημώνακτα τον Kύπριο. Tο σχετικό εδάφιο του Λουκιανού αναφέρει: «Eρωτήσαντος δέ τινος, τίς αυτώ όρος ευδαιμονίας είναι δοκεί, μόνον ευδαίμονα, έφη, τον ελεύθερον· εκείνου δε φήσαντος πολλούς ελευθέρους είναι, Aλλ’ εκείνον νομίζω τον μήτε ελπίζοντά τι μήτε δεδιότα· […]». (Λουκιανού, Δημώναξ. Εις: Kυρ. Xατζηιώάννου, H αρχαία Kύπρος εις τας ελληνικάς πηγάς, τόμος Γ΄ – μέρος A΄, Λευκωσία 1975, σ. 304). [Πρώτη δημοσίευση, περ. Μικροφιλολογικά, 1(1997) σ. 46].

Published in: on Μαΐου 6, 2007 at 5:24 πμ  Σχολιάστε