Ψηφίδες [ix]

Εκδοτικά

Όταν το 1972 επέλεξα κάποια ποιήματα για την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου (από σύνολο παραγωγής δεκαπέντε χρόνων), έδωσα τα κείμενα σε τυπογραφείο της Λευκωσίας για να προχωρήσουν. Ελάχιστα γνώριζα τότε για τις δυνατότητες εκδοτικών επιλογών ή άλλες ―υποτυπώδεις, έστω― προδιαγραφές και άφηνα ουσιαστικά ελεύθερο τον τυπογράφο να προχωρήσει όπως εκείνος θα έκρινε! Αν θυμάμαι καλά μοναδικό αίτημά μου ήταν το χαρτόνι εξωφύλλου να περιλαμβάνει “αυτιά”, κάτι που ο τυπογράφος ―με διάφορες προφάσεις― επέλεξε να αγνοήσει. Φαντάζομαι ότι αυτή η λευκή επιταγή προς τυπογράφους δίνεται ακόμη και σήμερα από πολλούς και όχι αποκλειστικά από εκείνους που εκδίδουν για πρώτη φορά, αν κρίνω από τα αποτελέσματα. Από τη μικρή πείρα που απέκτησα μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, κατάλαβα ότι είναι πολύ επικίνδυνο να αφήνεσαι τυφλά στα χέρια των κάθε λογής “ειδημόνων”: τυπογράφων, εκδοτών ή σχεδιαστών εκδόσεων ―όπως συχνά συμβαίνει και με τους ηθοποιούς (αναγνώσεις ποίησης), πολιτικούς (καθημερινότητα), στρατιωτικούς (πόλεμος), ιερωμένους (θεία), ή άλλους.

     Το δεύτερο βιβλίο μου, η ποιητική συλλογή Απομυθοποίηση, κυκλοφόρησε το 1978 από τη σειρά Τα Τετράδια του Ρήγα, την οποία διήθυνε ο ευαίσθητος νεοελληνιστής της διασποράς Αντώνης Μυστακίδης, συγγραφέας περισσότερο γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο Μεσεβρινός ―ο “Δάσκαλος”, όπως επέμενε να τον αποκαλούν οι φίλοι του. Ο Μεσεβρινός πέρα από τις όποιες γλωσσικές και ορθογραφικές εμμονές του, κάποιες από τις οποίες και ο ίδιος αναγνώριζε ότι δεν ήταν εύκολο να γίνουν αποδεκτές ακόμη και από φίλους του, είχε ιδιαίτερες ευαισθησίες για τα προαπαιτούμενα μιας έκδοσης. Αυτός ήταν ο πρώτος άτυπος “δάσκαλός” μου στα εκδοτικά.

     Τον θυμάμαι ένα φθινοπωρινό πρωϊνό Κυριακής στη Λάρνακα, σε μια από τις συχνές ολιγοήμερες επισκέψεις του στην πόλη, όταν από το παράθυρο του διαμερίσματος όπου έμενε, για πολλή ώρα μου υποδείκνυε συνδυασμούς ή παραλλαγές πρασίνου (όπως τις βλέπαμε σε φυλλώματα δέντρων και βλάστηση της περιοχής) ως πιθανές επιλογές για το εξώφυλλο της έκδοσης που προγραμματίζαμε. Ήταν η πρώτη μύησή μου σε εκδοτικούς προβληματισμούς. Συνέχισα να ενημερώνομαι για εκδοτική θεωρία και πράξη, αποκτώντας ό,τι σχετικό, αντιμετωπίζοντας με κριτικό μάτι εκδόσεις προσωπικές ή τρίτων, συζητώντας επιμέρους προβλήματα με ευαισθητοποιημένους φίλους (ένας από αυτούς, πολύ νεότερος, είναι σήμερα ο εγκρατέστερος όλων των “δασκάλων” του) και υιοθετώντας ή αφομοιώνοντας τα καλύτερα στοιχεία τους. Ήταν μια διαδρομή που αποκάλυπτε πολλές κρυμμένες χαρές. Μνημονεύω εδώ και την καθοριστική συμβολή του πολύτιμου φίλου Θεοδόση Νικολάου, ο οποίος πραγματοποιησε λίγες αλλά υποδειγματικές εκδόσεις. Μου είχε πει κάποτε: “Πόσα παιδιά μπορούμε να αποκτήσουμε στη ζωή μας: δύο, τρία, τέσσερα; Θα θέλαμε κάποιο από αυτά να έχει ατέλειες ή ελαττώματα; Το ίδιο και για τα λίγα βιβλία που εκδίδουμε, που είναι και αυτά παιδιά μας: τους οφείλουμε να βλέπουν το φως κατά το δυνατόν άρτια, χωρίς εκδοτικά ψεγάδια ή ελαττώματα”.

     Όλα τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν μια καλή έκδοση (σωστό σχήμα, γραμματοσειρά, μέγεθος στοιχείων, διάταξη και τοποθέτηση κειμένου, περιθώρια, επιλογή χαρτιού, κ.λπ.) πρέπει να έχουν ως απόλυτο στόχο τη φιλικότητά της προς τον αναγνώστη και ποτέ τον εντυπωσιασμό. Το εκδοτικά άψογο βιβλίο σε καλεί να το διαβάσεις, σου δίνεται χωρίς ενοχλητικούς περισπασμούς και αναδεικνύει το τυπωμένο κείμενο.               

Advertisements
Published in: on Νοέμβριος 6, 2008 at 1:38 μμ  Σχολιάστε  

Μια επιστολή-καταγγελία για την Κρατική Βιβλιοθήκη

[Η πιο κάτω επιστολή προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του Ιδρύματος Πολιτισμού Κύπρου, μας κοινοποιήθηκε από τη συγγραφέα Ρήνα Κατσελλή και περιλαμβάνει σοβαρή καταγγελία για σκανδαλώδη αλλοίωση παλαιότερης υπουργικής απόφασης σχετικά με τη στέγαση της (εγκληματικά υποβαθμισμένης και ουσιαστικά ανύπαρκτης μέχρι σήμερα) «Κρατικής Βιβλιοθήκης»].

 

Αξιότιμε Πρόεδρε κ. Κίκη Λαζαρίδη,

Κυρίες, Κύριοι,

 

Τα πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, στις 27/8/2003, που περιέχουν την απόφαση για τη Δημιουργία Μεγάρου Πολιτισμού Κύπρου, λένε κατά λέξη,

«Εγκρίνει τη δημιουργία ‘Μεγάρου Πολιτισμού Κύπρου, το οποίο θα στεγάσει το Κέντρο Μουσικής και την Κρατική Βιβλιοθήκη, στο χώρο που έχει προβλεφθεί στο πολεοδομικό σχέδιο της ευρύτερης περιοχής του ΓΣΠ…» (αρ. Απόφασης 58.444).

Βάσει αυτής της απόφασης η Κυβέρνηση ζήτησε και πήρε τη χορηγία των 80 εκατομμυρίων Ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συνέχεια η Κρατική Βιβλιοθήκη απαλείφθηκε από την ιδρυτική πράξη του Ιδρύματος Πολιτισμού Κύπρου και ως δια μαγείας αναφέρεται ότι θα στεγάσει μουσική βιβλιοθήκη (!) … Δηλαδή ξεγελάστηκε κανονικότατα η Ευρωπαϊκή Ένωση!

Το μέγα έγκλημα όμως δεν είναι αυτό. Πολύ σωστά το Υπουργικό το 2003 ζήτησε να στεγαστεί η Κρατική (Κυπριακή) Βιβλιοθήκη, διότι είναι κάτι που επείγει να γίνει εδώ και δεκαετίες, αλλά καμιά κυβέρνηση, εκτός από αυτήν του Τάσσου Παπαδόπουλου δεν έκανε το τολμηρό βήμα να ψηφίσει ειδικό γενναίο κονδύλι για να την στεγάσει.

Τώρα το Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου, έχει Συμβούλιο, έχει στέγη και έχει προσλάβει πέντε υπαλλήλους, έχει ιστοσελίδα κ.λπ. Η Εθνική Βιβλιοθήκη μας όμως, που είναι θεσμοθετημένη από το 1987, και κανονικά αποτελεί την κεντρική μήτρα της μνήμης τους Κράτους μας και όχι μόνον, είναι υποβαθμισμένη με τα βιβλία και τα αρχεία της να λιώνουν σε ένα νοικιασμένο υπόγειο στην βιομηχανική περιοχή Στροβόλου, ανίκανη να επιτελέσει και τους δεκάδες άλλους σκοπούς που επιβάλλεται να διεκπεραιώνει.

Η σημερινή Κυβέρνηση, μεσω του τωρινού Υπουργού Παιδείας προτείνει γελοία μέτρα –κοινώς ππατσιαρίσματα-, χωρις να αντιλαμβάνεται το έγκλημα που διαπράττεται σε βάρος αυτού του λαού.

Αξιότιμοι Κυρίες και Κύριοι του Ιδρύματος Πολιτισμού Κύπρου, θέατρα έχουμε για να φέρνουμε από το εξωτερικό όπερες,ž σχολές χορού και αίθουσες για να δρουν οι άξιοι χορευτές και άλλοι καλλιτέχνες, δόξα σοι ο Θεόςž για γήπεδα ξοδέψαμε δισεκατομμύρια σε όλη την Κύπρο, για να σκυλλοβρίζονται και να αλληλοτραυματίζουνται οι ποδοσφαιρόφιλοιž πολύ καλά, διότι εκτονώνουνται και μας αφήνουν ήσυχους.

Όλα αυτά όμως δεν δικαιολογούν να αφήνουνται μοναδικές εφημερίδες του 19ου και 20ου αιώνα και άλλα σημαντικά αρχεία, που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού, να σαπίζουν ανεπιστρεπτί και να καταστρέφουνται. Αυτά που χάνουνται χάνουνται διά παντός, δεν μπορείς να πεις ότι θα τα αντικαταστήσεις σε πέντε δέκα χρόνια. Η μνήμη μας δεν επανέρχεται, ακρωτηριάζεται, χάνει χέρια πόδια, χωρίς ελπίδα επανόρθωσης.

Η Εθνική βιβλιοθήκη είναι ένα από τα πιο απαραίτητα ιδρύματα της υπόστασης κάθε Κράτους και εμείς -οι αστοιχείωτοι- νομίζουμε ότι είναι απλά μια δανειστική βιβλιοθήκη που θα ικανοποιηθεί με το να στεγαστεί σε ένα μέρος της πρώην βιβλιοθήκης Φανερωμένης! Ή το πλέον τραγελαφικό να συγχωνευθεί με την βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου (!)… Είμαστε ασυγχώρητοι!

 Το Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου πώς θα εξυψώσει το «επιστημονικό επίπεδο του λαού της Κύπρου«, που αναφέρεται στην ιδρυτική του πράξη, όταν αυτό είναι ο κύριος υπεύθυνος για το ότι αυτό το Κράτος έχει αλτζχάιμερ όσον αφορά την ιστορική μνήμη και τα αρχεία του; Θα κάνει μόνο φεστιβάλ και παναΰρκα με όπερες;

Δεν έχω τίποτε εναντίον των φεστιβάλ, ούτε της μουσικής και του χορού που λατρεύω, αλλά κάποτε πρέπει να σοβαρευτούμε και να βάλουμε προτεραιότητες σε αυτόν τον τόπο. Προέχει η Κυπριακή Βιβλιοθήκη κατά παρασάγγας από όλα τα υπόλοιπα.

Ελπίζω η επιστολή μου να ληφθεί υπόψη και το Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου να σοβαρευτεί και να επαναφέρει τους πρωταρχικούς στόχους για το οποίο ιδρύθη, και όχι να χρησιμοποιεί για αλλότριους σκοπούς τα χρήματα και το χώρο που προοριζόταν, πολύ σωστά, για στέγαση κατά προτεραιότητα της Κυπριακής Βιβλιοθήκης.

                                                           Με εκτίμηση,

                                                           Ρήνα Κατσελλή

                                                                         Προσφυγιά 30/9/2008

Published in: on Σεπτεμβρίου 30, 2008 at 6:38 μμ  Σχολιάστε  

Ευπώλητα και ανυπόληπτα

Μήπως την έχετε “πατήσει” κι εσείς με κάποιο ευπώλητο βιβλίο; Ολοένα συχνότερα ακούγονται τον τελευταίο καιρό (και το επιβεβαιώνω από προσωπική εμπειρία) διαμαρτυρίες για βιβλία που (παρ-αξία) σκαρφαλώνουν σε καταλόγους “ευπώλητων”. Τι πταίει;

Μήπως οι επιλεκτικές βιβλιοκρισίες κριτικών υπογείως συνδεδεμένων με εκδοτικούς οίκους; Μήπως οι συνειδητά παραπλανητικοί έπαινοι; (Πρόχειρα, θυμούμαι εδώ την οργή μου για κάποιο ανελλήνιστο μεταφραστικό προϊόν, το οποίο γνωστός ελλαδίτης κριτικός είχε επαινέσει για τη μεταφραστική …αρτιότητά του)!   Μήπως κάποιες αποδοτικές δραστηριότητες δημοσίων σχέσεων των εκδοτών (π.χ. παρουσιάσεις, με τη συνδρομή ηχηρών ονομάτων); Μήπως η μαζική ευπιστία μας, στην οποία επενδύουν (στην κυριολεξία) κάποιοι εκδότες και οι εξαρτώμενοί τους; Όποιος και να είναι ο λόγος, τη ζημιά την υφίσταται το καλό βιβλίο, το οποίο ―έστω και αν, μακροπρόθεσμα δεν χάνεται― παλεύει σε άνισο ανταγωνισμό άμεσης επιβίωσης με προϊόντα αναλώσιμου καταναλωτισμού.   

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 12:40 μμ  Σχολιάστε  

Τρεις κυπρολογικές βιβλιοθήκες στην Κύπρο (1879-1974)

H στενή και αμφίδρομη σχέση βιβλιοθηκών και βιβλιογραφίας υπήρξε από πολύ παλιά στοιχείο καθοριστικό για τη διάσωση και προώθηση της γραπτής ή έντυπης πνευματικής δημιουργίας.[1] Για τον βιβλιογράφο μια επαρκής βιβλιοθήκη αποτελούσε πάντοτε σημαντικό βοήθημα στις αναζητήσεις του· για τον βιβλιοθηκονόμο μια αξιόπιστη βιβλιογραφία ήταν βασικό εργαλείο ελέγχου και ενημέρωσης.

Στην Kύπρο, παρά τα γνωστά παλαιότερα προβλήματα απουσίας συγκροτημένων και ενημερωμένων βιβλιοθηκών ―προβλήματα που, παρά τις κάποιες μεμονωμένες ηρωϊκές προσπάθειες, συχνά τα συναντούμε και στις μέρες μας― κάποιες ιδιωτικές προσπάθειες συγκρότησης κυπρολογικών συλλογών έδωσαν αξιομνημόνευτα αποτελέσματα που ―μερικές φορές― άγγιξαν τα όρια του μυθικού. Tρεις τέτοιες περιπτώσεις θα μας απασχολήσουν σήμερα, με όλη την επιβαλλόμενη συντομία. Πρόκειται για συλλογές που αντιστοίχως καταρτίστηκαν  από τον Claude Delaval Cobham (1824-1915), Άγγλο διοικητή της Λάρνακας, τον Λαρνακέα εμποροτραπεζίτη και λόγιο Λουκή Z. Πιερίδη (1865-1933), και τον λόγιο έμπορο Δημήτριο N. Mαραγκό (1909-1978), από την Aμμόχωστο. Tρεις συλλογές που ουσιωδώς συνέβαλαν στην κυπριακή βιβλιογραφική τεκμηρίωση και συνακόλουθα στην ανάπτυξη της κυπρολογίας.  

O Cobham, παλαιότερος από τους τρεις, πρέπει να άρχισε να ενδιαφέρεται για τα κυπριακά με την εγκατάστασή του ώς διοικητή Λάρνακας, το 1879. Στην πόλη έζησε, μέχρι το θάνατό του, στο θαυμάσιο κτήριο του Aγγλικού Προξενείου της Bρετανικής Eταιρείας της Aνατολής (British Levant Company), που κατεδαφίστηκε κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα για να κτιστεί στη θέση του το Iεροδιδασκαλείο Λάρνακας κι αργότερα, στον ίδιο χώρο, η Διανέλλειος Tεχνική Σχολή Λάρνακας. H συλλογή του συγκροτήθηκε κατά το διάστημα των τριάντα έξι αυτών χρόνων κατά τις πολύμηνες, επ’ αδεία, επισκέψεις του στο εξωτερικό. Πέραν της συλλογής βιβλίων ο Cobham ασχολήθηκε συστηματικά με τη συγγραφή και τη μετάφραση ιστορικών ή θρησκευτικών έργων που αναφέρονταν στην Kύπρο. Tέτοια έργα είναι οι μεταφράσεις χρονικών των Antonio Maria Graziani, Uberto Foglietta, Pietro Contarini και Nestor Martinengo, για την  κατάληψη της Kύπρου από τους Tούρκους, τα ταξιδιωτικά Giovanni Mariti και Ludwig Ross, τρία κείμενα ισλαμικού ενδιαφέροντος και τρία για την ορθόδοξη εκκλησία[2], και οι πρώτες έξι εκδόσεις του Handbook of Cyprus. Όμως ο Cobham θα παραμείνει στους πρωτοπόρους της κυπρολογίας για δυο άλλα σπουδαία έργα του (εκτός από τη Bιβλιοθήκη του): Για την έκδοση, στα αγγλικά, συλλογής δυσεύρετων κυπριακών ταξιδιωτικών μαρτυριών ογδόντα συγγραφέων, από δώδεκα γλώσσες, με τίτλο Excerpta Cypria, και για την προσπάθειά του («προσπάθεια/δοκιμή» όπως επιμένει έως το τέλος να την αποκαλεί) να καταρτίσει την πρώτη εκτενή κυπρολογική βιβλιογραφία. (= An attempt at a Bibliography of Cyprus).[3]

Γίνεται προφανές ότι η βιβλιοθήκη του αποτελεί την πρώτη πηγή αυτής της βιβλιογραφίας, η οποία δημοσιεύεται σε αρχική μορφή το 1886, δηλ. μόλις επτά χρόνια από την εγκατάστασή του στην Kύπρο. Tούτο μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η ενασχόλησή του με κυπρολογικές εκδόσεις άρχισε σχεδόν από την πρώτη στιγμή της άφιξής του στο νησί. Eνδιαφέρει επίσης να σημειώσουμε την εντυπωσιακή πρόοδο αυτής της προσπάθειας στις πέντε εκδόσεις που πραγματοποίησε: Aπό τους 152 τίτλους της έκδοσης του 1886 φθανουμε στους 860 της έκδοσης του 1908.[4] H βιβλιογραφία Cobham ακολουθεί χρονολογική κατάταξη των λημμάτων, με κάποιες επιμέρους θεματικές ενότητες (Nομισματική, Eπιγραφική και γλώσσα, Προξενικές αναφορές, Eφημερίδες, Xαρτογραφία, Kοινοβουλευτικά έγγραφα, Διαμάχη Cesnola).[5] Mια νέα έκδοση της βιβλιογραφίας αυτής, με προσθέσεις και αλφαβητική κατά συγγραφέα ταξινόμηση έγινε το 1928 από τον George Jeffery.[6]

H βιβλιοθήκη Cobham, πλούσια σε σπάνια βιβλία, άλλες εκδόσεις, φωτογραφικό υλικό και εφήμερα κληροδοτήθηκε στο Bασιλικό Aποικιακό Iνστιτούτο (Royal Colonial Institute) κατόπιν Bασιλική Aποικιακή Eταιρεία (Royal Empire Society)   και σήμερα απόκειται στη Bιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Cambridge. Λεπτομερής κατάλογος της συλλογής είχε κυκλοφορήσει στο Λονδίνο το 1937,[7] ενώ σχετικά πρόσφατη είναι η ένταξή της στο διαδίκτυο.

H βιβλιοθήκη Λουκή Z. Πιερίδη, αποτελούμενη από 1400 βιβλία και φυλλάδια, πολλά από αυτά σπάνια, 300 τόμους περιοδικών και εφημερίδων, και μεγάλο αριθμό χειρογράφων λειτούργησε, από πολύ ενωρίς, ως πυρήνας σοβαρής βιβλιογραφικής έρευνας και αναφοράς. Ήδη από το 1911 ο Xαρίλαος I. Παπαϊωάννου δημοσιεύει στο περιοδικό του Φως λεπτομερή κατάλογο 53 παλαιών εγγράφων που απόκεινται σ’ αυτή.[8] Aπό την ίδια βιβλιοθήκη η ομάδα έκδοσης του περιοδικού Kυπριακά Xρονικά (Λάρνακα, 1923-1937) άντλησε μεγάλο μέρος των δημοσιευμάτων της. Στους φιλόξενους της χώρους σύχναζε η ―μυθική, σήμερα― ομάδα του πρωτοπόρου αυτού κυπρολογικού περιοδικού, αποτελούμενη, κυρίως, από τον Mητροπολίτη Kιτίου Nικόδημο Mυλωνά, τον διαπρεπή μικρασιάτη φιλόλογο Iωάννη Συκουτρή, τον Nεοκλή Kυριαζή και τον Λουκή Πιερίδη. Eδώ ξεκίνησε η προσπάθεια του Συκουτρή για ετοιμασία νέας Kυπριακής Bιβλιογραφίας, προσπάθεια που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε λόγω της σύντομης παραμονής του συντάκτη της στην Kύπρο· οι καρποί της, κάποιες εκατοντάδες βιβλιογραφικά δελτία, βρίσκονταν έως το 1974 στη Δημοτική Bιβλιοθήκη Aμμοχώστου, και χάθηκαν κάτω από τον οδοστρωτήρα της τουρκικής επέλασης. Στη βιβλιοθήκη Λουκή Πιερίδη φιλοξενήθηκε και ο ακούραστος ερευνητής γιατρός Nεοκλής Γ. Kυριαζής όταν ολοκλήρωνε τη δική του Kυπριακή Bιβλιογραφία, το 1935.[9] H βιβλιοθήκη δωρήθηκε στο Tμήμα Aρχαιοτήτων, τον Iούνιο 1942, από τον Zήνωνα Δ. Πιερίδη, ανεψιό του Λουκή Z. Πιερίδη, στα δέκα χρόνια από το θάνατο του δημιουργού της. Kατά τη διάρκεια του πολέμου, τα βιβλία μεταφέρθηκαν αλλού, για ασφαλή φύλαξη, και μόλις τον Iανουάριο 1946 έγινε κατορθωτό να λειτουργήσει ως συλλογή στη Bιβλιοθήκη του Kυπριακού Mουσείου. Λεπτομερές αντίγραφο του καταλόγου της συλλογής σώζεται στην πράξη παραχώρησής της, σε σχετικό φάκελο του Kρατικού Aρχείου Kύπρου.[10]  

H τρίτη σημαντική κυπρολογική βιβλιοθήκη που θα μας απασχολήσει δεν είχε την καλή τύχη των δύο προηγούμενων. O Δημητριος N. Mαραγκός, για σαράντα χρόνια συγκροτούσε τις συλλογές του με γνώση και γνήσιο βιβλιοφιλικό πάθος για να τις χάσει σε μια μέρα, στις 16 Aυγούστου 1974, όταν η πόλη της Aμμοχώστου έπεφτε στα χέρια του τουρκικού κατοχικού στρατού. Σε αντίθεση με τις βιβλιοθήκες Cobham και Πιερίδη, για τη βιβλιοθήκη Δημητρίου N. Mαραγκού ίσως δεν σώζεται ολοκληρωμένος κατάλογος. Πέντε χρόνια πρωτύτερα, το 1969, με την ευκαιρία του Πρώτου Διεθνούς Kυπρολογικού Συνεδρίου, 200 βιβλία από τη Bιβλιοθήκη Mαραγκού εξετέθησαν σε ξενοδοχείο της Λευκωσίας και κυκλοφόρησε σχετικός κατάλογος, που ετοιμάστηκε από τους Aνδρέα M. Λοή και Kώστα Στεφάνου.[11] Mε την ίδια ευκαιρία, ο Kώστας Π. Kύρρης δημοσίεψε σε δυο συνέχειες στην εφημ. Eλευθερία κείμενο με τίτλο «H κυπριολογική Bιβλιοθήκη Mήτσου N. Γ. Mαραγκού», το οποίο κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο.[12] O K.Π. Kύρρης αναφέρει ότι η βιβλιοθήκη διαθέτει 3500 βιβλία και έντυπα, μερικά από τα οποία ιδιαιτέρως σπάνια ή και μοναδικά, μεγάλο αριθμό εγγράφων ιστορικών, επιστολές, νομικά έγγραφα, κ.ά. και ότι σ’ αυτή «υπερέχουν αριθμητικά οι εκδόσεις οι σχετικές με τη Mεσαιωνική και Nεώτερη Kύπρο». Tέλος καταγράφει εκατοντάδες ονόματα ξένων και έλληνων συγγραφέων που περιλαμβάνονται στις συλλογές της.

Tα δυο αυτά δημοσιεύματα, από βιβλιογραφικής σκοπιάς το πρώτο  και από ενημερωτικής το δεύτερο, μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε ικανοποιητική γνώση για τον πλούτο και τη σημασία της βιβλιοθήκης Mαραγκού, γνώση που μεγαλώνει το αίσθημα πικρίας μας γιαυτή την τεράστια απώλεια πνευματικού πλούτου που αφορά στον τόπο μας. 

Tρεις συλλογές που αντιπροσωπεύουν τρεις προσωπικότητες, ισάριθμες εποχες και ισάριθμες προσεγγίσεις. Oι μέθοδοι δημιουργίας τους δυνατόν κάποτε να αποκλίνουν όμως συγκλίνουν πάντοτε σε ένα κοινό στόχο: το μάζεμα υλικού που αναφέρεται στην ιστορία και στον κόσμο της Kύπρου.

Στο πιθανό ερώτημα «ποια από τις τρεις βιβλιοθήκες ήταν η σημαντικότερη» ο βιβλιογράφος μπορεί να απαντήσει μονάχα με ένα αδιόρατο χαμόγελο· επειδή γνωρίζει ότι, πέραν των κάποιων μονάχα ποσοτικών στοιχείων ―που ασφαλώς είναι καταμετρήσιμα― η σημασία μιας συλλογής είναι απρόβλεπτη (περισσότερο και από τους ανθρώπους): και η παραμικρότερη βιβλιοθήκη μπορεί να κρύβει ένα σπάνιο εύρημα, μια εκρηκτική μοναδικότητα (ακριβώς όπως και η προσωπικότητα που την δημιούργησε).

H κάθε μια από τις τρεις βιβλιοθήκες που μας απασχόλησαν λειτούργησε ως κίνητρο για βιβλιογραφική καταγραφή κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου της ζωής της και αποθησαύρισε υλικό εξάντλώντας τις συλλεκτικές δυνατότητες της εποχής της και καλύπτωντας ερευνητικές ανάγκες.

Eκείνο που με σιγουριά θα μπορούσε να υποστηριχθεί είναι ότι ο συνολικός πλούτος των τριών βιβλιοθηκών αποτελεί αφεαυτού μείζον σώμα πρωτογενούς κυπρολογικού βιβλιογραφικού υλικού (τουλάχιστον έως την ημερομηνία που ολοκληρώθηκε ο συλλεκτικός βίος της νεότερης, δηλαδή έως το 1974) προς την κατεύθυνση καταρτισμού μιας επαρκούς Kυπριακής Bιβλιογραφίας. Όγκος όχι ευκαταφρόνητος αν λάβουμε υπόψιν ότι όσο επιστρέφουμε στα παλαιότερα τόσο δυσκολότερα γίνονται τα πράγματα ώς προς τον εντοπισμό και την καταγραφή τους. Ήταν άκρως ατυχές ότι μια τέτοια προσπάθεια συντονισμένης βιβλιογράφησής τους δεν είχε αναληφθεί πριν από το καταστροφικό ’74. Όμως ας τελειώσουμε με ένα κάπως πιο αισιόδοξο τόνο: Mε τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στο τόπο μας ―που ίσως θα επέτρεπαν επανεντοπισμό και πρόσβαση ξανά στο πληγωμένο σώμα της Bιβλιοθήκης Δημητρίου N. Mαραγκού― τη σημερινή ανάπτυξη της τεχνολογίας, το ενδιαφέρον, το σφρίγος και τον δυναμισμό που επιδεικνύουν νεότεροι για την κυπριακή βιβλιογραφία, ας ευχηθούμε όπως το υπέργηρο αίτημα κατάρτισης αξιοπρεπούς και συνολικής Kυπριακής Bιβλιογραφίας πάψει να παραμένει στα αζήτητα.

[Δημοσίευση αρχικής μορφής: Β΄ Συμπόσιο Βιβλιογραφίας (3 Μαρτίου 2004). Λευκωσία: Βιβλιογραφική Εταιρεία Κύπρου, 2004. 41-47].  

______________

*Μνήμη Θεοδόση Νικολάου, Ποιητή, Ανθρώπου, Πνευματικού δημιουργού και Βιβλιόφιλου.           


[1] Oι σύγχρονες αντιλήψεις περι βιβλιοθηκών και η ανάπτυξη της τεχνολογίας μάς επιτρέπουν να προθέσουμε, σήμερα, στις συλλογές τους και άλλες μορφές, όπως τη φωτογραφία, το οπτικο-ακουστικό υλικό, τα έργα τέχνης, τα ηλεκτρονικά αρχεία, κ.ά.  

[2] Aς σημειωθεί ότι ο Cobham κατείχε και πτυχίο θεολογίας και, κατα μια άλλη πληροφορία, πριν έλθει στην Kύπρο είχε υπηρετήσει ως ιερέας.

[3] Ενδεικτική βιβλιογραφία του Claude Delaval Cobham : 1. An attempt at a bibliography of Cyprus. Compiled by … Nicosia : [s.n.], 1886./ Second ed. : Nicosia : Printed, for the Compiler, at the G.P.O., 1889./ Third ed. : Nicosia : [s.n.], 1894 (Printed, for the compiler, at the Government Printing Office, Nicosia)./ Fourth ed. : Nicosia : [Printed for the compiler at Government Printing Office], 1900. ― 2. “Cypriote Words in Ancient Greek”. Journal of Cyprian Studies  (1889). ― 3.  Excerpta Cypria. Translated and transcribed. Nicosia : Herbert E. Clarke, 1895./ Excerpta Cypria : materials for a history of Cyprus : with an appendix on the bibliography of Cyprus. Cambridge : Cambridge, University press, 1908./ Reprints of the 1908 ed. : Nicosia, Cyprus : The Library, 1969. ; N.Y. : Kraus Reprint, 1986. ; Connecticut : Martino Publishing, n.d. ― 4. Travels in the island of Cyprus. Translated from the Italian of Giovanni Mariti (1769). Nicosia : Herbert E. Clarke, 1895./ Second ed. : Cambridge, 1909. ― 5. The story of Umm Haram. Edited in the original Turkish and translated. (Reprinted from the Journal of the Royal Asiatic Society, 1897). Hertford : printed by Stephen Austin and Sons, [1897]. ― 6. Laws and regulations affecting waqf property. Translated, for the delegates of Evqaf ; with an index compiled by C.R. Tyser. Nicosia : Government Printing Office, 1899./ Nicosia, Cyprus : Reprinted at the Government Printing Office, 1929. ― 7. The sieges of Nicosia and Famagusta : with a sketch of the earlier history of Cyprus. Edited from Midgley’s translation of Bishop Graziani’s History of the war of Cyprus. London : St. Vincent’s Press, 1899. ― 8. A Handbook of Cyprus. Compiled by Sir J.T. Hutchinson and Claude Delaval Cobham.  London, E. Stanford, 1901./ Second ed. : London : Stanford, 1903./ Third ed. : London, 1904./ Fourth ed. : London, 1905./ Fifth ed. : London, 1907./ Sixth ed. : London, 1909. ― 9. Ilmu hal. A manual of the doctrine and practice of Islam. Translated from the Turkish. Nicosia : [s.n.], 1902. 2nd ed. ― 10. The sieges of Nicosia and Famagusta in Cyprus. Related by Uberto Foglietta ; translated by … London : Waterlow and Sons, 1903. ― 11. A Catechism of the Great Church. By Claude Delaval Cobham and B. A. Potter. Nicosia: Government Printing Office, 1903. ― 12. Arnalda sive captiva victrix, inceri scriptoris fabella. London, 1910. ― 13. The Churches and Saints of Cyprus. Lists Compiled by … London: Printed by William Clones & Sons, 1910. ― 14. Patriarchs of Constantinople. Cambridge, 1911.

[4] Aναλυτικά: 1886 (152), 1889 (309), 1894 (497), 1900 (728) και 1908 (860).

[5] H «Διαμάχη Cesnola» αφορούσε σε δημοσιεύματα σχετικά με την αμφισβήτηση του τόπου ανεύρεσης και τρόπου παρουσίασης ορισμένων από τα ευρήματα των συλλογών Louis Palma de Cesnola, και απετέλεσε μεγάλο θέμα κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

[6] [Claude Delaval Cobham], An Attempt at a Bibliography of Cyprus. A New edition, Arranged alphabetically with additions. Edited by G. Jeffery. Cyprus: Printed at the Government Printing Office, Nicosia, 1929.

[7] Lewin, Evans, Subject Catalogue of the Library of the Royal Empire Society, formerly Royal Colonial Institute. Volume four: The Mediterranean Colonies, the Middle East, Indian Empire, Burma, Ceylon, British Malaya, East Indian Islands, and the Far East. [London], 1937. (Kύπρος: σ. 23-58).

[8] [Παπαϊωάννου, Xαρίλαος I.], «Kατάλογος παλαιών εγγράφων αποκειμένων παρά Λ. Z. Πιερίδη εν Λάρνακι», περ. Φως 11-12 (1911) σ. 327-344.

[9] Kυριαζής, Ν.Γ., Kυπριακή Bιβλιογραφία. Eν Λάρνακι, 1935.

[10] Kρατικό Aρχείο Kύπρου, Φακ. 609/42.

[11] First International Congress of Cypriot Studies, Catalogue of Books on Cyprus from the Library of D. N. Marangos exhibited during the Congress. [Compiled by Andreas M. Lois and Costas Stephanou]. = A΄Διεθνές Kυπρολογικόν Συνέδριον, Kατάλογος βιβλίων περί Kύπρου εκ της Bιβλιοθήκης Δ. N. Mαραγκού εκτεθέντων κατά την διάρκειαν του Συνεδρίου. Λευκωσία: Eταιρεία Kυπριακών Σπουδών, 1969.

[12] Kύρρης, Kώστας Π., H κυπριολογική Bιβλιοθήκη Mήτσου N. Γ. Mαραγκού (Aνάτυπο από την εφ. Eλευθερία, έτος 63, αρ. 1280, 1281, 8 και 9 Aπρ. 1969). Λευκωσία, 1969.

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 10:58 πμ  Σχολιάστε  

Για το βιβλίο στην Κύπρο

Το 1998 το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, στην Ελλάδα, πραγματοποίησε “Πανελλήνια έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς”, και η σύνοψη των αποτελεσμάτων της δημοσιεύθηκε τον επόμενο χρόνο. Έτσι, το κράτος (εάν το επιθυμούσε) είχε στα χέρια του τα στοιχεία για μια ρεαλιστικότερη πολιτική ανάπτυξης του βιβλίου. Από όσο γνωρίζω παρόμοια έρευνα ποτέ δεν έχει αναληφθεί στον τόπο μας, από επίσημο ή άλλο φορέα. Όλοι έχουμε απόψεις, όλοι κάνουμε προτάσεις όμως ένα τέτοιο απαραίτητο εργαλείο θα αποτελούσε χρησιμότατο χάρτη των δυνατοτήτων για χάραξη πολιτικής για το κυπριακό βιβλίο ―εάν, βέβαια, το κράτος το επιθυμούσε, κάτι για το οποίο επιτρέψετέ μου να αμφιβάλλω.    

Σε μια παλαιότερη έρευνα που είχα κάμει πριν τέσσερα χρόνια, είχα υπολογίσει ότι τα βιβλία που εκδόθηκαν στην Κύπρο από την Ανεξαρτησία έως το 2004, δηλαδή για μια περίοδο σαράντα τεσσάρων χρόνων, ανέρχονταν γύρω στις δεκαέξι χιλιάδες. Ο αριθμός μπορεί να μην είναι πολύ μεγάλος αλλά, σίγουρα, όχι ασήμαντος για ένα μικρό τόπο όπως τον δικό μας. Ακόμη κι αν αφαιρούσαμε τις κυβερνητικές εκδόσεις και τις εκδόσεις φορέων ή πολιτιστικών ιδρυμάτων, ο αριθμός ιδιωτικών εκδόσεων εξακολουθεί να είναι  εντυπωσιακός λαμβάνοντας υπόψιν την ανυπαρξία εκδοτικών μηχανισμών που θα αναλάμβαναν το κόστος έκδοσης, αλλά και την αδυναμία οργανωμένης διακίνησης του τελικού προϊόντος.

Η εκδοτική προσπάθεια, όπως και κάθε άλλο πολιτισμικό προϊόν ανθεί κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αναγνωστικό κοινό δεν δημιουργείται με ευχολόγια και ευγενείς προθέσεις φιλανθρωπίας. Επιτυγχάνεται με μακροπρόθεσμο προγραμματισμό και με κίνητρα (οικονομικά εν πολλοίς) που παρακάμπτουν τις (δημοφιλείς στις μέρες μας) αντιλήψεις βραχυπρόθεσμης οικονομικής ανταπόδοσης, ή και στυγνής ψηφοθηρίας. Συγκρίνετε, για παράδειγμα, όσα παρέχονται για τη συνολική πολιτιστική πολιτική με εκείνα που δίνονται για τον αθλητισμό (ακόμη και σε μεμονωμένα σωματεία, για την εξαγορά ενός ποδοσφαιριστή). Ας πούμε, καλώς δίνονται για τον αθλητισμό (“Αλλά ο Βρούτος είναι έντιμος”, για θυμηθούμε και λίγο Σαίξπηρ).

Βέβαια το τοπίο δειλά δειλά φαίνεται να αλλάζει τα τελευταία χρόνια: Η παρουσία του Πανεπιστημίου Κύπρου (που δημιουργεί κάποιες αυξημένες προοπτικές ζήτησης βιβλίου), η φειδωλή βοήθεια των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, μαζί και η ηρωϊκή προσπάθεια εγκαθίδρυσης κάποιων εκδοτικών οργανισμών, ίσως προσφέρουν (στους πιο αισιόδοξους από εμάς) ενδείξεις ότι κάτι κινείται στον χώρο. Είναι όμως αυτά αρκετά;

Το 1972 η ΟΥΝΕΣΚΟ είχε κηρύξει τη χρονιά ως Έτος βιβλίου. Επειδή και εμείς εδώ στην Κύπρο, ως φτωχοί συγγενείς, δεν επιθυμούσαμε να μείνουμε πίσω από όσα γίνονταν τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο, ανταποκριθήκαμε με τη δημιουργία σχετικών επιτροπών και με μια σειρά εκδηλώσεων (κυρίως κοινωνικών), οι οποίες ―όπως κάποιος θα μπορούσε εύκολα να προβλέψει― καμιά ουσιαστική συμβολή δεν είχαν στην προώθηση του βιβλίου και των αναγνωστικών συνηθειών του τόπου. Και ενθυμούμαι τότε, τον αείμνηστο φίλο Ανδρέα Χριστοφίδη, σε μια μνημειώδη ομιλία του (η οποία είναι δημοσιευμένη και μπορεί ο οποιοσδήποτε να την συμβουλευθεί) να αναφέρεται καυστικά. Έλεγε λοιπόν:

“Σαν πέρασμα σ’ αυτή την ερημιά [δηλ. μεταξύ ενεργειών και αποτελεσμάτων] θυμίζω τη γνωστή ιστορία για τον ανώτερο στρατιωτικό που, στην περίοδο των πρώτων φοβερών ταραχών του 63-64 όταν απελπισμένοι πολίτες απευθύνονταν κοντά του για να του αναφέρουν ποικίλα περιστατικά, απαντούσε στερεότυπα: ‘Πέστε εκ μέρους μου στον αξιωματικό της περιοχής να στήσει μιαν ενέδρα’. Στη δική μας περίπτωση, όταν πάει κοντά στους κυβερνήτες μας το θέμα ενός σπουδαίου περιστατικού για ενέργεια, καθιδρύουν μια επιτροπή· και κατά παράδοξο τρόπο, καταντά η Επιτροπή να μην είναι παρά μια ενέδρα, όπου παγιδεύονται χωρίς ελπίδα και το θέμα και οι άνθρωποι”.

Σήμερα λοιπόν, τριάντα έξι χρόνια ύστερα από το περιλάλητο εκείνο Έτος βιβλίου, ποιά πρόοδο μπορούμε να καταμετρήσουμε στον τομέα βιβλίου εκδόσεων; Ασφαλώς όχι πολλή. Και αφήνοντας κατά μέρος τις ανέξοδες καθημερινές ευρωλάγνες διακηρύξεις ας απευθύνουμε στους αρμοδίους μερικά απλά ερωτήματα, όπως:

―Ποια κονδύλια έχουν προταθεί για μια σύγχρονη Κρατική βιβλιοθήκη;

―Τί ποσά προνοούνται για ενημέρωσή της; Ποια πολιτική υπάρχει για δημιουργία νέων δημόσιων βιβλιοθηκών;

―Ποια μακροπρόθεσμη πολιτική για το βιβλίο έχει κατατεθεί, και πώς υλοποιείται;

Όταν σ’ αυτά τα ερωτήματα υπάρχουν επαρκείς απαντήσεις, τότε και η όποια ευρωλαγνεία μας δικαιώνεται.   

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 9:09 πμ  Σχολιάστε  

Στοιχεία καλής ανάγνωσης

Λίγο καιρό μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και γύρω στις αρχές του 1978, κυκλοφόρησε ένας ογκώδης τόμος με τίτλο Μακάριος η καρδιά της Κύπρου. Σε αυτή την έκδοση-γίγαντας (420 σελίδες, 44 εκ. ύψος, 35 εκ. πλάτος, 6.5 κιλά βάρος) αποδελτιώνονταν ειδήσεις και δημοσιεύματα στον κυπριακό και ελλαδικό τύπο της περιόδου 3 Αυγούστου έως 7 Οκτωβρίου 1977 για την απώλεια του κύπριου πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτη. Στον αντίποδα αυτής της έκδοσης βρίσκεται ένα μικροσκοπικό βιβλίο του Παντελή Μπίστη, Το Ελληνικό φυλακτό, βιβλίο εθνικού φρονηματισμού τυπωμένο στη Λευκωσία το 1944 (80 σελίδες, 10 εκ. ύψος, 20 γραμμάρια βάρος) όπου, μάλιστα, ο συγγραφέας δηλώνει: «Ο χάρτης που έχω στα χέρια μου δε φτάνει για να παρουσιαστεί το βιβλίο σε αρκετές χιλιάδες σε σχήμα κανονικού τόμου. Γι’ αυτό αναγκάζουμαι να πυκνοτυπώσω και με μικρά μάλιστα στοιχεία… Το χαρτί που κερδίζεται μ’ αυτό τον τρόπο προσθέτει μερικές ακόμα χιλιάδες για την εξυπηρέτηση του σκοπού». Να θυμίσουμε ότι η έλλειψη χαρτιού ήταν μία ακόμη συνέπεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Το μέγεθος ενός βιβλίου είναι καθοριστικό στοιχείο της χρήσης του. Αυτονόητο είναι ότι μία μεγάλων διαστάσεων έκδοση, όπως αυτή που αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν προσφέρεται (ούτε και ως θέμα) για ανάγνωση στο κρεβάτι, σε ταξίδια ή κατά τις θερινές εξορμήσεις μας στην ακτή. Πρόκειται αποκλειστικά για βιβλίο αναφοράς. Αλλ’ ούτε και το μικροσκοπικό βιβλίο αποτελεί ιδεώδη λύση, αφού η ανάγνωσή του εξαντλείται πολύ γρήγορα, όταν το ίδιο δεν χάνεται εδώ ή εκεί (όπως π.χ. σε χαοτικές γυναικείες τσάντες).  Πολύ βολικότερο είναι το σχήμα των συνήθων χαρτόδετων εκδόσεων (γνωστό ως όγδοο) ―ή λίγο μεγαλύτερο, μάλιστα δε με λογικό πάχος χαρτιού (ιδίως για εκδόσεις πολλών σελίδων), ώστε να μην ταλαιπωρούνται τα χέρια του αναγνώστη.

Άλλα στοιχεία καλής και άνετης ανάγνωσης (εκτός από την ποιότητα του ίδιου του κειμένου) είναι η σελίδωση (δηλ. ο τρόπος με τον οποίο το κείμενο τοποθετείται στη σελίδα), η κατάλληλη γραμματοσειρά, το μέγεθος και η αραίωση τυπογραφικών στοιχείων και αράδων, η απουσία τυπογραφικών λαθών και γενικά μια σωστή επιμέλεια έκδοσης που να στοχεύει στην απλότητα και όχι στον εντυπωσιασμό. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια όλο και λιγοστεύουν οι αμελείς επιμελητές.   

Όταν λοιπόν ο Κ. Καρυωτάκης γράφει Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω / σε σχήμα βιβλίου μεγάλο (στο ποίημά του «Σταδιοδρομία») ας κρατήσουμε μόνο την ανάγκη για ένα καλοεκδομένο βιβλίο γραμμένο με σάρκα και αίμα κι ας ξεχάσουμε το μεγάλο μέγεθος, αν θέλουμε να το χαρούμε όποτε το χρειαζόμαστε.   

Published in: on Σεπτεμβρίου 19, 2008 at 11:25 πμ  Σχολιάστε  

Προσωπικές μαρτυρίες

Τα κείμενα που απομνημονεύουν τη ζωή ενός υπαρκτού προσώπου, γραμμένα από τον ίδιο, έχουν συνήθως περισσότερη ένταση και αληθοφάνεια από ανάλογα κείμενα βιογραφικής ανάπλασης γραμμένα από τρίτο. Η σχέση των δύο (απομνημόνευμα / βιογραφία) είναι κάτι αντίστοιχο με την φυσική παρουσία ενός προσώπου έναντι μιας (έστω πολύ επιτυχημένης) απεικόνισής του.

Οι προσωπικές μαρτυρίες όταν προέρχονται από απλούς λαϊκούς ανθρώπους, που δεν προσβλέπουν σε οποιασδήποτε μορφής δικαίωση ή υστεροφημία, έχουν το πρόσθετο προσόν ότι είναι γραμμένες στο μέτρο των δυνάμεων του συγγραφέα, «με το χέρι στην καρδιά», και για τούτο η ειλικρίνειά τους δεν δικαιολογεί αβασάνιστη αμφισβήτηση. Το ίδιο δεν συμβαίνει με πρόσωπα της προβεβλημένης επικαιρότητας (ιστορικές προσωπικότητες, πολιτικούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες) των οποίων οι εμπειρίες και η συγγραφική συγκρότηση επιτρέπουν ωραιοποιήσεις, πλασματικές ερμηνείες, εμπάθειες και αποσιωπήσεις σκοπιμότητας.

Ένα από τα συνταρακτικότερα κείμενα προσωπικών μαρτυριών κατέγραψε η συγγραφέας Έλλη Παπαδημητρίου και επανεκδόθηκαν το 2003 από τις εκδόσεις «Ερμής» στην Αθήνα, σε τρεις τόμους, με τίτλο Ο κοινός λόγος. Πρόκειται για ενενηνταεννιά σύντομες αφηγήσεις ανωνύμων, που καλύπτουν τα χρόνια που προηγήθηκαν της Μικρασιατικής καταστροφής και φθάνουν έως και την τραγική περίοδο του Εμφυλίου στην Ελλάδα. Απλοί άνθρωποι του λαού αφηγούνται μοναδικές στιγμές της ζωής τους, με την αμεσότητα που μόνο ο προφορικός «κοινός λόγος» μπορεί να δώσει.

Στην Κύπρο οι εκδόσεις προσωπικών μαρτυριών δεν παρουσιάζονται με τη συχνότητα που τις συναντούμε στην Ελλάδα ή σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ίσως όλες κι όλες να μη ξεπερνούν τις τρεις δεκάδες. Όχι γιατί οι Κύπριοι δεν έχουν «πράγματα να πουν» αλλά επειδή, ίσως, είμαστε λιγότερο ευαισθητοποιημένοι στην ανάγκη καταγραφής τους. Και είναι κρίμα, επειδή όλες αυτές οι μαρτυρίες αποτελούν το προζύμι με το οποίο πλάθεται η κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα του τόπου.

Κάπως πρόχειρα και συνοπτικά θα αναφερθώ σε μερικές κυπριακές εκδόσεις προσωπικών μαρτυριών που, κατά καιρούς, αναιρούν με πολύ ευπρόσωπο τρόπο αυτό το βασικό έλλειμα της κυπριακής βιβλιογραφίας. Πρόκειται, κυρίως, για κείμενα που παρουσιάζουν και φιλολογικό ενδιαφέρον. Το 1982 ο ποιητής Λεύκιος Ζαφειρίου εξέδωσε το αφήγημα Οι συμμορίτες το οποίο αποτελεί ουσιαστικά αφήγηση των δύσκολων νεανικών του χρόνων στη Λάρνακα των τελευταίων χρόνων της αγγλικής κατοχής και των πρώτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για έργο χαμηλών τόνων, γραμμένο με πολλή ευαισθησία. Ο πολυταξιδεμένος και ολιγογράμματος Σάββας Τσερκεζής, από το χωριό Μαζωτός (συντοπίτης του Ζαφειρίου) πεθαίνοντας άφησε ένα μεγάλης αφηγηματικής αξίας εκτενές Ημερολόγιον του βίου μου το οποίο εκδόθηκε το 1988 και ευτύχισε να αγαπηθεί από το αναγνωστικό κοινό μας. Ήδη ετοιμάζεται δεύτερη έκδοσή του με συμπληρωματικό υλικό του προικισμενου αυτού λαϊκού συγγραφέα, το οποίο ήλθε στο φως τα τελευταία χρόνια. Η διακεκριμένη εκπαιδευτικός και συγγραφέας Μάγδα Μ. Κιτρομηλίδου κυκλοφόρησε το 1995 το λιτό αφήγημα/αυτοβιογράφημα Η άλλη εποχή με θέμα τη ζωή στη Αθήνα την εποχή της Κατοχής. Η έκδοση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη –όπως συχνά συμβαίνει με τα πιο σημαντικά στον τόπο μας (σε αντίθεση με πολλά κοινά και τετριμμένα «κύμβαλα αλαλάζοντα») – και αναμένει υπομονετικά τη δικαίωσή της, απούσης όμως της συγγραφέως.

Αρκετά άλλα αυτοβιογραφήματα γράφτηκαν από εκπαιδευτικούς ή από ανθρώπους που πήραν μέρος σε διάφορους πολέμους, τα οποία συνήθως δεν ξεπερνούν τις απλές καταγραφές γεγονότων. Εκεί όμως όπου η φτώχεια μας είναι εντυπωσιακή είναι σε απομνημονεύματα πολιτικών προσωπικοτήτων. Με ελάχιστες εξαιρέσεις (Γ. Γρίβας Διγενής, Γλαύκος Κληρίδης), άλλοι συντελεστές της νεότερής μας ιστορίας δεν άφησαν ή (ίσως) δεν προγραμματίζουν καταγραφή των δικών τους μαρτυριών. Και δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε ότι τούτο αποτελεί τεράστιο έλλειμμα για τον ιστορικό του μέλλοντος.

Published in: on Μαΐου 6, 2007 at 5:07 πμ  Σχολιάστε