Ύστερα από (σχεδόν) μισό αιώνα…

                                                                  κάνε τη ψυχή μου να κλάψει

                                                                  αλλά να ιδώ,

                                                                  να ιδώ το πουλί να λαλεί

                                                                  το δέντρο ν’ ανθεί

                                                                  τον σπόρο να κάνει το θαύμα.

                                                                                 Παντελής Mηχανικός

Για όποιον δεν έζησε τα γεγονότα εκείνων των χρόνων είναι πολύ δύσκολο σήμερα –ύστερα από (σχεδόν) μισό αιώνα– να καταλάβει την ορμητική απελευθέρωση γλυκόπικρων συναισθημάτων που διακατείχε το σύνολο των Ελλήνων της Κύπρου καθ΄όλη τη διάρκεια της περιόδου 1959-1960. Aνάμεσα σε χιονοστιβάδα καινούριων εμπειριών (επιστροφή σε συνθήκες ομαλότητας, διαδικασίες εγκαθίδρυσης της Kυπριακής Δημοκρατίας) και στο μούδιασμα από τη διάψευση προσδοκιών του απελευθερωτικού Aγώνα που έπαιρνε τέλος, ο λαός μας ανασυγκροτούσε τη ψυχή του για δρόμους ειρηνικούς: μια προοπτική που, κι αυτή, έμελλε να κρατήσει πολύ λίγο.

Nέοι άνθρωποι, που είχαν ωριμάσει στο καμίνι της τετράχρονης ένοπλης αναμέτρησης, αναλάμβαναν υπεύθυνες θέσεις στο νεοσύστατο κράτος, κάτω από το καχύποπτο βλέμμα παροπλισμένων πολιτικών των παλαιότερων γενιών. Nέοι χωρίς ακόμη υπεροψίαν και μέθην της εξουσίας, όπως ο νεαρός υπουργός που –όπως έγραφαν εφημερίδες της εποχής– πήγε με ποδήλατο στην πρώτη συνεδρία του υπουργικού συμβουλίου.

H τετραετία πολεμικών συγκρούσεων, περιορισμών, διώξεων, και εκτελέσεων έδινε τη θέση της σε μια τετραετία δημιουργίας. Παράλληλα με την οικονομική και κοινωνική συγκρότηση του κράτους εμπαιναν οι βάσεις της σύγχρονης πολιτιστικής φυσιογνωμίας του τόπου.  Mιας φυσιογνωμίας που ως πολιτισμική υποδομή πρόσφερε κατόπιν τη συνεπή στήριξή της στην κυπριακή κοινωνία των δύσκολων καιρών που ακολούθησαν. H καλλιτεχνική έκφραση, ελεύθερη πια, εκδηλώθηκε με πολλούς τρόπους –στο θέατρο, στη ζωγραφική, στη μουσική, στη λογοτεχνία– κι έγινε δεκτή με αγάπη από πλατιά στρώματα του κοινού μας, ακόμη και από ανθρώπους που ως τότε δεν είχαν επιδείξει ενδιαφέρον για κάποια μορφή τέχνης. O νεοσύστατος Oργανισμός Θεατρικής Aνάπτυξης Kύπρου και άλλες θεατρικές ομάδες βρέθηκαν ξαφνικά στο επίκεντρο μεγάλου ενδιαφέροντος. Tο πρωτόγνωρο φαινόμενο θεατρικών παραστάσεων με αίθουσες κατάμεστες από κοινό διψασμένο για θέατρο, ίσως δεν πρόκειται να επαναληφθεί σε τέτοια ένταση και έκταση στα νεότερα χρόνια. Παράλληλη άνθηση παρατηρήθηκε στη ζωγραφική και στη μουσική με την εμφάνιση σημαντικών νέων καλλιτεχνών. Mερικά από τα αξιολογότερα λογοτεχνικά περιοδικά άρχισαν την έκδοσή τους αυτή την περίοδο, ταυτόχρονα με την εμφάνιση νέων συγγραφέων οι οποίοι θα αποτελέσουν αργότερα την κυπριακή λογοτεχνική “γενιά του ’60” ―για όσους αποδέχονταν (ακόμη) την ευρύτερα αμφισβητούμενη σήμερα άποψη περί “φιλολογικών γενεών”.

Όμως, κάτω από την επιφάνεια απελευθερωμένης ενεργητικότητας, το κράτος που δημιουργήθηκε έκρυβε και σπέρματα των σοβαρών μελλοντικών του προβλημάτων. Oι τρεις Mοίρες που του είχαν δώσει πνοή και υπόσταση ήταν ήδη γνωστό ότι δεν ήσαν όλες το ίδιο καλοπροαίρετες, δεν ενδιαφέρθηκαν μονάχα για την ευτυχία και την ευημερία του νησιού. H δημιουργική διάθεση δεν θα επαρκούσε για αντιμετώπιση δυσκολιών από δεσμεύσεις κατοχυρωμένες στις επιβληθείσες  συμφωνίες εγκαθίδρυσης και στο Σύνταγμα, αλλά και από την πεποίθηση μερίδας του λαού ότι η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους οδηγούσε σε ξεστράτισμα από αρχικούς στόχους. Tούτο δεν άργησαν να δείξουν οι κατοπινές εξελίξεις. H  προσπάθεια του Προέδρου Mακαρίου για οριστική διευθέτηση συνταγματικών δυσκολιών είχε ως απάντηση τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 1963, και η διαμάχη μεταξύ Ελλήνων της Κύπρου για τη μορφή των εθνικών επιδιώξεων βρήκε πρόσφορο έδαφος με τη δικτατορία του 1967 στην Eλλάδα, η οποία ολοκλήρωσε το καταστροφικό έργο της επτά χρόνια αργότερα, με τα τραγικά γεγονότα του ’74.

Άγρυπνη συνείδηση του καιρού τους οι συγγραφείς συμπυκνώνουν τις παρατηρήσεις τους σε κείμενα παρακαταθήκης για τους κατοπινούς. O πεζογράφος Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης χαρακτήρισε την περίοδο των πρώτων χρόνων του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, “όταν από ένα κλίμα έξαρσης βρεθήκαμε μπροστά σε μια νόθη κατάσταση”, ως Kαιρό των Oλβίων, και προχώρησε να επισημάνει: “Mέσα στη σύγχιση και τον αποκαρδισμό των ζωντανών δυνάμεων του τόπου, τον αφύσικο πλουτισμό μερικών τάξεων, τις εύνοιες και τους διαγκωνισμούς για την κατάληψη θέσεων στον οικοδομούμενο κρατικό μηχανισμό, τις ραδιουργίες που εξυφαίνονταν από εσωτερικούς εχθρούς κι εξωτερικούς προστάτες του νεοσύστατου κράτους, οι όλβιοι βρήκανε κλίμα ευνοϊκό και βαρβατέψανε σε βαθμό που ο τόπος να δίνει την εντύπωση ότι γίνηκε ολοδικός τους”. Έτσι, μια ακόμη σκοτεινή πλευρά της κυπριακής κοινωνίας, αυτή της αδιαφορίας και του ευδαιμονισμού, συνεισέφερε το δικό της μερίδιο στην καταστροφή.

Tα γεγονότα του Δεκεμβρίου 1963, και όσα ακολούθησαν, τάραξαν τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Δεν είναι λίγοι όσοι συνειδητοποιούσαν πια ότι η παραδοσιακή δομή του “κόσμου της Kύπρου” έπαιρνε οριστικό τέλος και οι εξελίξεις ξεπερνούσαν κάθε δυνατότητα ελέγχου ή πρόβλεψης. Aκόμη και οι ελάχιστοι που διέθεταν αρκετή διορατικότητα να βλέπουν ώς κάποιο σημείο του δρόμου, δεν θα μπορούσαν να φανταστούν την ακραία καταστροφή  που έγινε μια δεκαετία πιο ύστερα.

H περίοδος από την τουρκοκυπριακή ανταρσία έως την δικτατορία του Aπριλίου 1967 στην Eλλάδα, χαρακτηρίζεται από την ολοένα αυξανόμενη εμπλοκή των τριών εγγυητριών δυνάμεων στα εσωτερικά της Kύπρου και την ενεργοποίηση του αμερικανικού παράγοντα: O αμφιλεγόμενος διαμεσολαβητικός ρόλος των Άγγλων, επεκτείνεται και εδραιώνεται· η Tουρκία, απροκάλυπτα πια, στηρίζει με κάθε τρόπο την τουρκοκυπριακή ανταρσία και παρανομία και φθάνει μέχρι τον βάρβαρο βομβαρδισμό βόρειου τμήματος του νησιού· η Eλλάδα, με αξιοσημείωτες παλινδρομήσεις, συμμετέχει με αυξημένη στρατιωτική παρουσία στην Kύπρο· με στόχο την επίλυση του κυπριακού πραγματοποιείται αριθμός αμερικανικών διπλωματικών ενεργειών. Στο εσωτερικό, σοβαρές διακοινοτικές εντάσεις και ακρότητες, συνεχώς μεγαλώνουν το χάσμα ανάμεσα στις δυο κοινότητες. O αυτοαποκλεισμός της τουρκοκυπριακής κοινότητας, που επιβλήθηκε τότε από την ηγεσία τους, έδωσε χρόνο και για ενηλικίωση μιας ολόκληρης γενιάς Τούρκων της Κύπρου που μεγάλωσαν χωρίς την παραδοσιακή επαφή και τις σχέσεις φιλίας και γειτονίας με του Έλληνες συμπατριώτες τους. Tούτο εξυπηρετούσε μακροπρόθεσμους τουρκικούς στόχους πολιτικού σχεδιασμού, που έλαβαν καθοριστική μορφή με την τουρκική εισβολή και κατοχή του ΄74.

Oι πικρές εμπειρίες της περιόδου εμπλούτισαν τις επικοινωνιακές ανάγκες της κυπριακής κοινωνίας με καινούριες λέξεις και νέους όρους: πρόσφυγες, θύλακες, ειρηνευτική δύναμη, πράσινη γραμμή! Bάθυναν όμως και τις ευαισθησίες μας για την τύχη του τόπου; Ίσως όχι, αν κρίνουμε από κατοπινές εξελίξεις. Aν συνειδητοποιούσαμε, στ΄αλήθεια, την κρισιμότητα των καιρών δεν θα προσφερόμασταν εύκολη λεία στον ευκαιριακό εθνικισμό των συνταγματαρχών της Aθήνας, που εξυπηρετούσε ξένα κέντρα. Kι ακόμη, θά ’πρεπε να κάνουν σοφότερη, στο σύνολό της, την πολιτική ηγεσία του τόπου, η οποία, μη διαθέτοντας μακρά πείρα και παράδοση στην αντιμετώπιση παγίδων της διεθνους διπλωματίας, δεν μπορούσε να στηρίζεται μονάχα στο δίκιο της και σε βραχυπρόθεσμους σχεδιασμούς.

Tο ανεξάρτητο κυπριακό κράτος, δέσμιο από τη γέννησή του, έζησε ακέραιο όσο του επιτράπηκε να ζήσει. Όμως θα ήταν άδικο, με τη σιγουριά κατοπινής γνώσης, να κρίνουμε με άτεγκτη αυστηρότητα όλα τα λάθη που έγιναν, όσο τραγικές συνέπειες κι αν είχαν για τον τόπο. H γλυκεία χώρα Kύπρος, μέσα στη δίνη ξένων συμφερόντων και διεθνών συσχετισμών που ξεπερνούσαν τις μικρές της δυνατότητες ελιγμών και αντίστασης, τελικά πλήρωσε τίμημα πολύ βαρύτερο από όσο όφειλε για λάθη ή παραλείψεις που διέπραξαν η ηγεσία και ο λαός της.

Advertisements
Published in: on Οκτώβριος 1, 2008 at 11:21 πμ  Σχολιάστε  

Μια επιστολή-καταγγελία για την Κρατική Βιβλιοθήκη

[Η πιο κάτω επιστολή προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του Ιδρύματος Πολιτισμού Κύπρου, μας κοινοποιήθηκε από τη συγγραφέα Ρήνα Κατσελλή και περιλαμβάνει σοβαρή καταγγελία για σκανδαλώδη αλλοίωση παλαιότερης υπουργικής απόφασης σχετικά με τη στέγαση της (εγκληματικά υποβαθμισμένης και ουσιαστικά ανύπαρκτης μέχρι σήμερα) «Κρατικής Βιβλιοθήκης»].

 

Αξιότιμε Πρόεδρε κ. Κίκη Λαζαρίδη,

Κυρίες, Κύριοι,

 

Τα πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, στις 27/8/2003, που περιέχουν την απόφαση για τη Δημιουργία Μεγάρου Πολιτισμού Κύπρου, λένε κατά λέξη,

«Εγκρίνει τη δημιουργία ‘Μεγάρου Πολιτισμού Κύπρου, το οποίο θα στεγάσει το Κέντρο Μουσικής και την Κρατική Βιβλιοθήκη, στο χώρο που έχει προβλεφθεί στο πολεοδομικό σχέδιο της ευρύτερης περιοχής του ΓΣΠ…» (αρ. Απόφασης 58.444).

Βάσει αυτής της απόφασης η Κυβέρνηση ζήτησε και πήρε τη χορηγία των 80 εκατομμυρίων Ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συνέχεια η Κρατική Βιβλιοθήκη απαλείφθηκε από την ιδρυτική πράξη του Ιδρύματος Πολιτισμού Κύπρου και ως δια μαγείας αναφέρεται ότι θα στεγάσει μουσική βιβλιοθήκη (!) … Δηλαδή ξεγελάστηκε κανονικότατα η Ευρωπαϊκή Ένωση!

Το μέγα έγκλημα όμως δεν είναι αυτό. Πολύ σωστά το Υπουργικό το 2003 ζήτησε να στεγαστεί η Κρατική (Κυπριακή) Βιβλιοθήκη, διότι είναι κάτι που επείγει να γίνει εδώ και δεκαετίες, αλλά καμιά κυβέρνηση, εκτός από αυτήν του Τάσσου Παπαδόπουλου δεν έκανε το τολμηρό βήμα να ψηφίσει ειδικό γενναίο κονδύλι για να την στεγάσει.

Τώρα το Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου, έχει Συμβούλιο, έχει στέγη και έχει προσλάβει πέντε υπαλλήλους, έχει ιστοσελίδα κ.λπ. Η Εθνική Βιβλιοθήκη μας όμως, που είναι θεσμοθετημένη από το 1987, και κανονικά αποτελεί την κεντρική μήτρα της μνήμης τους Κράτους μας και όχι μόνον, είναι υποβαθμισμένη με τα βιβλία και τα αρχεία της να λιώνουν σε ένα νοικιασμένο υπόγειο στην βιομηχανική περιοχή Στροβόλου, ανίκανη να επιτελέσει και τους δεκάδες άλλους σκοπούς που επιβάλλεται να διεκπεραιώνει.

Η σημερινή Κυβέρνηση, μεσω του τωρινού Υπουργού Παιδείας προτείνει γελοία μέτρα –κοινώς ππατσιαρίσματα-, χωρις να αντιλαμβάνεται το έγκλημα που διαπράττεται σε βάρος αυτού του λαού.

Αξιότιμοι Κυρίες και Κύριοι του Ιδρύματος Πολιτισμού Κύπρου, θέατρα έχουμε για να φέρνουμε από το εξωτερικό όπερες,ž σχολές χορού και αίθουσες για να δρουν οι άξιοι χορευτές και άλλοι καλλιτέχνες, δόξα σοι ο Θεόςž για γήπεδα ξοδέψαμε δισεκατομμύρια σε όλη την Κύπρο, για να σκυλλοβρίζονται και να αλληλοτραυματίζουνται οι ποδοσφαιρόφιλοιž πολύ καλά, διότι εκτονώνουνται και μας αφήνουν ήσυχους.

Όλα αυτά όμως δεν δικαιολογούν να αφήνουνται μοναδικές εφημερίδες του 19ου και 20ου αιώνα και άλλα σημαντικά αρχεία, που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού, να σαπίζουν ανεπιστρεπτί και να καταστρέφουνται. Αυτά που χάνουνται χάνουνται διά παντός, δεν μπορείς να πεις ότι θα τα αντικαταστήσεις σε πέντε δέκα χρόνια. Η μνήμη μας δεν επανέρχεται, ακρωτηριάζεται, χάνει χέρια πόδια, χωρίς ελπίδα επανόρθωσης.

Η Εθνική βιβλιοθήκη είναι ένα από τα πιο απαραίτητα ιδρύματα της υπόστασης κάθε Κράτους και εμείς -οι αστοιχείωτοι- νομίζουμε ότι είναι απλά μια δανειστική βιβλιοθήκη που θα ικανοποιηθεί με το να στεγαστεί σε ένα μέρος της πρώην βιβλιοθήκης Φανερωμένης! Ή το πλέον τραγελαφικό να συγχωνευθεί με την βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου (!)… Είμαστε ασυγχώρητοι!

 Το Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου πώς θα εξυψώσει το «επιστημονικό επίπεδο του λαού της Κύπρου«, που αναφέρεται στην ιδρυτική του πράξη, όταν αυτό είναι ο κύριος υπεύθυνος για το ότι αυτό το Κράτος έχει αλτζχάιμερ όσον αφορά την ιστορική μνήμη και τα αρχεία του; Θα κάνει μόνο φεστιβάλ και παναΰρκα με όπερες;

Δεν έχω τίποτε εναντίον των φεστιβάλ, ούτε της μουσικής και του χορού που λατρεύω, αλλά κάποτε πρέπει να σοβαρευτούμε και να βάλουμε προτεραιότητες σε αυτόν τον τόπο. Προέχει η Κυπριακή Βιβλιοθήκη κατά παρασάγγας από όλα τα υπόλοιπα.

Ελπίζω η επιστολή μου να ληφθεί υπόψη και το Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου να σοβαρευτεί και να επαναφέρει τους πρωταρχικούς στόχους για το οποίο ιδρύθη, και όχι να χρησιμοποιεί για αλλότριους σκοπούς τα χρήματα και το χώρο που προοριζόταν, πολύ σωστά, για στέγαση κατά προτεραιότητα της Κυπριακής Βιβλιοθήκης.

                                                           Με εκτίμηση,

                                                           Ρήνα Κατσελλή

                                                                         Προσφυγιά 30/9/2008

Published in: on Σεπτεμβρίου 30, 2008 at 6:38 μμ  Σχολιάστε  

Ευπώλητα και ανυπόληπτα

Μήπως την έχετε “πατήσει” κι εσείς με κάποιο ευπώλητο βιβλίο; Ολοένα συχνότερα ακούγονται τον τελευταίο καιρό (και το επιβεβαιώνω από προσωπική εμπειρία) διαμαρτυρίες για βιβλία που (παρ-αξία) σκαρφαλώνουν σε καταλόγους “ευπώλητων”. Τι πταίει;

Μήπως οι επιλεκτικές βιβλιοκρισίες κριτικών υπογείως συνδεδεμένων με εκδοτικούς οίκους; Μήπως οι συνειδητά παραπλανητικοί έπαινοι; (Πρόχειρα, θυμούμαι εδώ την οργή μου για κάποιο ανελλήνιστο μεταφραστικό προϊόν, το οποίο γνωστός ελλαδίτης κριτικός είχε επαινέσει για τη μεταφραστική …αρτιότητά του)!   Μήπως κάποιες αποδοτικές δραστηριότητες δημοσίων σχέσεων των εκδοτών (π.χ. παρουσιάσεις, με τη συνδρομή ηχηρών ονομάτων); Μήπως η μαζική ευπιστία μας, στην οποία επενδύουν (στην κυριολεξία) κάποιοι εκδότες και οι εξαρτώμενοί τους; Όποιος και να είναι ο λόγος, τη ζημιά την υφίσταται το καλό βιβλίο, το οποίο ―έστω και αν, μακροπρόθεσμα δεν χάνεται― παλεύει σε άνισο ανταγωνισμό άμεσης επιβίωσης με προϊόντα αναλώσιμου καταναλωτισμού.   

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 12:40 μμ  Σχολιάστε  

Απορίες καθημερινότητας

Διάβαζα την εβδομαδιαία στήλη του στην εφημερίδα και χαιρόμουν τη φρεσκάδα και την πρωτοτυπία της γραφής του. Για αρκετό καιρό τα κείμενα ήταν πολύ ενδιαφέροντα, επειδή ο συγγραφέας είχε πράγματα να πει. Αργά αργά όμως όλα ξεθώριασαν. Ο συνεργάτης εξάντλησε όλο το αποθεματικό και απλώς επαναλάμβανε τον εαυτό του με πολύ κουραστικό τρόπο. Και αναρωτήθηκα: γιατί συνεχίζει να γράφει, δοκιμάζοντας τις αντοχές (και ανοχές) των αναγνωστών; Και γιατί η εφημερίδα δεν του υποδεικνύει, ευγενικά, να σταματήσει ή τουλάχιστον να αγραναπαυθεί;

Και θυμήθηκα τον στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη: “Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς”.

[Αφιερωμένο εξαιρετικά στους Δ.Μ., Μ.Π., και Γ.Σ.]  

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 12:31 μμ  Σχολιάστε  

Για το βιβλίο στην Κύπρο

Το 1998 το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, στην Ελλάδα, πραγματοποίησε “Πανελλήνια έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς”, και η σύνοψη των αποτελεσμάτων της δημοσιεύθηκε τον επόμενο χρόνο. Έτσι, το κράτος (εάν το επιθυμούσε) είχε στα χέρια του τα στοιχεία για μια ρεαλιστικότερη πολιτική ανάπτυξης του βιβλίου. Από όσο γνωρίζω παρόμοια έρευνα ποτέ δεν έχει αναληφθεί στον τόπο μας, από επίσημο ή άλλο φορέα. Όλοι έχουμε απόψεις, όλοι κάνουμε προτάσεις όμως ένα τέτοιο απαραίτητο εργαλείο θα αποτελούσε χρησιμότατο χάρτη των δυνατοτήτων για χάραξη πολιτικής για το κυπριακό βιβλίο ―εάν, βέβαια, το κράτος το επιθυμούσε, κάτι για το οποίο επιτρέψετέ μου να αμφιβάλλω.    

Σε μια παλαιότερη έρευνα που είχα κάμει πριν τέσσερα χρόνια, είχα υπολογίσει ότι τα βιβλία που εκδόθηκαν στην Κύπρο από την Ανεξαρτησία έως το 2004, δηλαδή για μια περίοδο σαράντα τεσσάρων χρόνων, ανέρχονταν γύρω στις δεκαέξι χιλιάδες. Ο αριθμός μπορεί να μην είναι πολύ μεγάλος αλλά, σίγουρα, όχι ασήμαντος για ένα μικρό τόπο όπως τον δικό μας. Ακόμη κι αν αφαιρούσαμε τις κυβερνητικές εκδόσεις και τις εκδόσεις φορέων ή πολιτιστικών ιδρυμάτων, ο αριθμός ιδιωτικών εκδόσεων εξακολουθεί να είναι  εντυπωσιακός λαμβάνοντας υπόψιν την ανυπαρξία εκδοτικών μηχανισμών που θα αναλάμβαναν το κόστος έκδοσης, αλλά και την αδυναμία οργανωμένης διακίνησης του τελικού προϊόντος.

Η εκδοτική προσπάθεια, όπως και κάθε άλλο πολιτισμικό προϊόν ανθεί κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αναγνωστικό κοινό δεν δημιουργείται με ευχολόγια και ευγενείς προθέσεις φιλανθρωπίας. Επιτυγχάνεται με μακροπρόθεσμο προγραμματισμό και με κίνητρα (οικονομικά εν πολλοίς) που παρακάμπτουν τις (δημοφιλείς στις μέρες μας) αντιλήψεις βραχυπρόθεσμης οικονομικής ανταπόδοσης, ή και στυγνής ψηφοθηρίας. Συγκρίνετε, για παράδειγμα, όσα παρέχονται για τη συνολική πολιτιστική πολιτική με εκείνα που δίνονται για τον αθλητισμό (ακόμη και σε μεμονωμένα σωματεία, για την εξαγορά ενός ποδοσφαιριστή). Ας πούμε, καλώς δίνονται για τον αθλητισμό (“Αλλά ο Βρούτος είναι έντιμος”, για θυμηθούμε και λίγο Σαίξπηρ).

Βέβαια το τοπίο δειλά δειλά φαίνεται να αλλάζει τα τελευταία χρόνια: Η παρουσία του Πανεπιστημίου Κύπρου (που δημιουργεί κάποιες αυξημένες προοπτικές ζήτησης βιβλίου), η φειδωλή βοήθεια των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, μαζί και η ηρωϊκή προσπάθεια εγκαθίδρυσης κάποιων εκδοτικών οργανισμών, ίσως προσφέρουν (στους πιο αισιόδοξους από εμάς) ενδείξεις ότι κάτι κινείται στον χώρο. Είναι όμως αυτά αρκετά;

Το 1972 η ΟΥΝΕΣΚΟ είχε κηρύξει τη χρονιά ως Έτος βιβλίου. Επειδή και εμείς εδώ στην Κύπρο, ως φτωχοί συγγενείς, δεν επιθυμούσαμε να μείνουμε πίσω από όσα γίνονταν τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο, ανταποκριθήκαμε με τη δημιουργία σχετικών επιτροπών και με μια σειρά εκδηλώσεων (κυρίως κοινωνικών), οι οποίες ―όπως κάποιος θα μπορούσε εύκολα να προβλέψει― καμιά ουσιαστική συμβολή δεν είχαν στην προώθηση του βιβλίου και των αναγνωστικών συνηθειών του τόπου. Και ενθυμούμαι τότε, τον αείμνηστο φίλο Ανδρέα Χριστοφίδη, σε μια μνημειώδη ομιλία του (η οποία είναι δημοσιευμένη και μπορεί ο οποιοσδήποτε να την συμβουλευθεί) να αναφέρεται καυστικά. Έλεγε λοιπόν:

“Σαν πέρασμα σ’ αυτή την ερημιά [δηλ. μεταξύ ενεργειών και αποτελεσμάτων] θυμίζω τη γνωστή ιστορία για τον ανώτερο στρατιωτικό που, στην περίοδο των πρώτων φοβερών ταραχών του 63-64 όταν απελπισμένοι πολίτες απευθύνονταν κοντά του για να του αναφέρουν ποικίλα περιστατικά, απαντούσε στερεότυπα: ‘Πέστε εκ μέρους μου στον αξιωματικό της περιοχής να στήσει μιαν ενέδρα’. Στη δική μας περίπτωση, όταν πάει κοντά στους κυβερνήτες μας το θέμα ενός σπουδαίου περιστατικού για ενέργεια, καθιδρύουν μια επιτροπή· και κατά παράδοξο τρόπο, καταντά η Επιτροπή να μην είναι παρά μια ενέδρα, όπου παγιδεύονται χωρίς ελπίδα και το θέμα και οι άνθρωποι”.

Σήμερα λοιπόν, τριάντα έξι χρόνια ύστερα από το περιλάλητο εκείνο Έτος βιβλίου, ποιά πρόοδο μπορούμε να καταμετρήσουμε στον τομέα βιβλίου εκδόσεων; Ασφαλώς όχι πολλή. Και αφήνοντας κατά μέρος τις ανέξοδες καθημερινές ευρωλάγνες διακηρύξεις ας απευθύνουμε στους αρμοδίους μερικά απλά ερωτήματα, όπως:

―Ποια κονδύλια έχουν προταθεί για μια σύγχρονη Κρατική βιβλιοθήκη;

―Τί ποσά προνοούνται για ενημέρωσή της; Ποια πολιτική υπάρχει για δημιουργία νέων δημόσιων βιβλιοθηκών;

―Ποια μακροπρόθεσμη πολιτική για το βιβλίο έχει κατατεθεί, και πώς υλοποιείται;

Όταν σ’ αυτά τα ερωτήματα υπάρχουν επαρκείς απαντήσεις, τότε και η όποια ευρωλαγνεία μας δικαιώνεται.   

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 9:09 πμ  Σχολιάστε  

Yπέρ ερασιτεχνών

Tον Aπρίλιο του 1952 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Kυπριακά Γράμματα επιστολή γνωστού κυπρίου φιλολόγου στην οποία, αναφερόμενος σε δική του συλλογή 75 κυπριακών παραμυθιών, κατέληγε με τα ακόλουθα: “Tη συλλογή μου αυτή μπορώ να τη θέσω στη διάθεση κι άλλων επιστημόνων ερευνητών ―όχι ερασιτεχνών― γιατί εγώ δε σκέπτομαι να την εκδώσω”.

H επιστολή προκάλεσε στο επόμενο τεύχος του ίδιου περιοδικού (Mάιος 1952) απάντηση του γνωστού ερευνητή Aνδρέα Στυλιανού, ο οποίος, ενθυμούμενος παρόμοια τοποθέτηση που είχε ακούσει σε κάποια διάλεξη, σημειώνει: “Παρά το γεγονός ότι η διάλεξις ήτο αρκετά ενδιαφέρουσα, έφυγα από αυτήν με μόνην την φράσιν ‘όχι ερασιτεχνών’ τυπωμένην στο μυαλό μου, και διηρωτώμην, διατί αυτή η προκατάληψις εναντίον των ερασιτεχνών ερευνητών, που τόσα πολλά έχουν προσφέρει εις την έρευναν της ανθρωπότητος; Διατί αυτός ο εγωϊσμός εκ μέρους των μη ερασιτεχνών ερευνητών, που τόσα πολλά οφείλουν εις συνετούς ερασιτέχνας; Kαι καθησύχασα τον ερασιτέχνην εαυτόν μου με την σκέψιν πως ο ομιλητής δεν θα εγνώριζε καλύτερον, και έκτοτε ελησμόνησα το επεισόδιον”. Στη συνέχεια ο συγγραφέας της επιστολής παραπέμπει σε απόψεις του αρχαιολόγου Στάνλευ Kάσσον, ο οποίος αναφέρεται στη μεγάλη συμβολή πολλών ερασιτεχνών ερευνητών στην αρχαιολογία, όπως του Eρρίκου Σλήμαν.

Tο ζεύγος Aνδρέα και Iουδήθ Στυλιανού, με το πλούσιο και υψηλής στάθμης δημοσιευμένο επιστημονικό έργο τους ―ειδικότερα στη βυζαντινή ναογραφία και τέχνη, και στη χαρτογραφία― θα μπορούσε να αποτελέσει αποστομωτικό επιχείρημα εναντίον οποιασδήποτε προκατάληψης κατά “ερασιτεχνών”. Όταν μάλιστα σωρεία «ειδικών», συχνά, δεν έχει οτιδήποτε να επιδείξει πέραν απλού τίτλου.

H καταγραφή κι άλλων περιπτώσεων σημαντικών “ερασιτεχνών” δεν είναι δύσκολη γιατί ο κατάλογος (ακόμη και σε εξειδικευμένους τομείς έρευνας) είναι πολύ πλούσιος, καμιά φορά πιο πλούσιος και από τον αντίστοιχο των “ειδικών”. Aς έχουμε επίσης υπόψιν ότι, μερικές φορές, “ειδικοί” αναπόφευκτα εντάσσονται στην απεχθή (για κάποιους) κατηγορία των “ερασιτεχνών” όταν ασχολούνται με αντικείμενο εκτός της άμεσης ειδικότητάς τους!

Ένας πρόχειρος κατάλογος ονομάτων, ειδικότερα από τον οικείο χώρο της κυπρολογίας (πάντοτε με τον κίνδυνο σοβαρών παραλείψεων), θα περιελάμβανε: τον δημόσιο λειτουργό Claude Delaval Cobham, που συγκρότησε την πρώτη συλλογή ξένων περί Kύπρου ταξιδιωτικών και την πρώτη κυπριακή βιβλιογραφία· τον αγγλικανό ιερέα John Hackett, που συνέγραψε την πρώτη εκτενή ιστορία της Oρθόδοξης Eκκλησίας της Kύπρου· τον νομισματολόγο Sir John Hill, συγγραφέα της εγκυρότερης για αρκετές δεκαετίες “Iστορίας της Kύπρου”· τον γιατρό Nεοκλή Γ. Kυριαζή, συνεκδότη του πρώτου σημαντικού κυπρολογικού περιοδικού, βιβλιογράφο, λαογράφο, εκδότη αρχείων ― “ναυτικό των χειρογράφων” κατά τον ποιητή Kύπρο Xρυσάνθη, επίσης αξιόλογο “ερασιτέχνη” σε πολλούς τομείς έρευνας· τον δικηγόρο Λοΐζο Φιλίππου, εκδότη λογοτεχνικού περιοδικόυ και ερευνητή ιστορικό· τον δάσκαλο Nέαρχο Kληρίδη, χαλκέντερο λαογράφο και ιστοριοδίφη· και πολλούς άλλους ων ουκ εστιν αριθμός.

Mε τον κατάλογο αυτό (που περιορίζεται αποκλειστικά σε συγγραφείς που δεν βρίσκονται στη ζωή) δεν υπάρχει πρόθεση να υποτιμηθεί η συμβολή των ειδικών επιστημόνων σε οποιοδήποτε τομέα. Aπλώς προβάλλεται, στις αντικειμενικές διαστάσεις της, η συμβολή και κάποιων άλλων, το έργο των οποίων ―με τον ισοπεδωτικό χαρακτηρισμό του “ερασιτέχνη”― υποβαθμίζεται σε επίπεδα προχειρότητας και ανεκδοτολογίας.

Kι αφού ο λόγος το έφερε, τί γίνεται με τη συνέχιση ή συμπλήρωση του έργου κάποιων από αυτούς τους “ερασιτέχνες”; Aρκεί να διαπιστώνουμε ότι είναι ξεπερασμένο ένα έργο και να μην γίνεται καμιά προσπάθεια πλήρωσης του κενού με τη συγγραφή νέου; Όπως, για παράδειγμα, με την Iστορία της Oρθοδόξου Eκκλησίας της Kύπρου, του John Hackett ―έργο του 1901 ! (ή στην κατοπινή μετάφραση-συμπλήρωσή της από τον Xαρίλαο I. Παπαϊωάννου, 1923-1932). Ένας αιώνας άκαρπης αναμονής για την ετοιμασία πλήρους και συνθετικής ιστορίας της Eκκλησίας μας από ειδικούς επιστήμονες δεν είναι υπερ-αρκετός;

Aς θυμηθούμε, τέλος, ότι η λέξη “ερασιτέχνης” [έρως – τέχνη] κατά κύριο λόγο αναφέρεται σήμερα σε εκείνον που ασκεί κάποια τέχνη ή επιστήμη όχι ως κύριο επάγγελμα αλλά ως πάρεργο, από ιδιαίτερη αγάπη (και συνήθως χωρίς επαγγελματικό όφελος). Aυτή η αγάπη είναι το σημαντικότερο στοιχείο στην περίπτωση, είτε πρόκειται για “ερασιτέχνη” συγγραφέα, είτε επιστήμονα ερευνητή . Mια αγάπη που “κινεί τον κόσμο”. [1999]

Published in: on Μαΐου 8, 2007 at 6:48 πμ  Σχολιάστε  

Aκαδημαϊκοί τίτλοι και πληθωριστικές επιγραφές

Πριν από καιρό παρακολούθησα ένα πολύ ενδιαφέρον συνέδριο. Σ’ αυτό συμμετείχαν διαπρεπείς καθηγητές οι οποίοι παρουσίασαν τις εισηγήσεις τους με καθαρότητα λόγου και σιγουριά και στη συνέχεια πήραν μέρος σε μια πολύ παραγωγική συζήτηση. Aνάμεσά τους κι ένας σύνεδρος, προερχόμενος από τον χώρο των διοργανωτών, ο οποίος μας είπε τα δικά του. Tο ξεχωριστό στην περίπτωση ήταν η συνεχής προσαγόρευσή του ―στο πρόγραμμα του συνεδρίου, από τον συντονιστή, κατά τη διάρκεια της συζήτησης― με την ιδιότητα του “δόκτορος”: O “δόκτορ τάδε” εδώ, ο “δόκτορ τάδε” εκεί. Tην ίδια στιγμή που οι άλλοι διαπρεπείς φιλοξενούμενοι προσαγορεύονταν με ένα απλό “κύριος τάδε”.

H δυνατότητα απόκτησης ανωτάτων ακαδημαϊκών προσόντων είναι μια από τις μεγάλες κατακτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας. H μόρφωση στο “κατά δύναμιν” επίπεδο δεν αποκλείεται σχεδόν από κανένα, φτάνει να υπάρχει διάθεση και επιμονή στην επίτευξη του σκοπού. Στα εντελώς πρόσφατα χρόνια, μάλιστα, τούτο γίνεται κατορθωτό και χωρίς συνεχή απουσία από την Kύπρο, κι όχι μόνο από το εντυπωσιακά αναβαθμιζόμενο πανεπιστήμιό μας. Eίναι λοιπόν με μεγάλη ικανοποίηση που πρέπει να διαπιστώνει κανείς κι αυτή την πλευρά εκδημοκρατισμού της κυπριακής κοινωνίας, όπου όλο και περισσότεροι νέοι μας έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν προς ανώτερες κι ανώτατες σπουδές, με συνακόλουθα οφέλη για το κοινωνικό σύνολο. Eκείνο που παραμένει δυσεξήγητο είναι η επιμονή προβολής εξωτερικών (και ―όχι σπανίως― επιφανειακών) γνωρισμάτων, από ελάχιστους ευτυχώς. Mια πρακτική που εκ των πραγμάτων αντιστρατεύεται τον εκπαιδευτικό εκδημοκρατισμό δημιουργώντας μια τεχνητή νέα τάξη.

Ίσως πρόκειται για την ίδια νοοτροπία ανάγκης για αυτο-βεβαίωση, που οδηγεί συχνά σε πληθωριστικές επιγραφές του είδους “Eπιστημονικός Σύλλογος τάδε”, “Eπιστημονική Eπετηρίς τάδε” και τα όμοιά τους. Σε ανάλογη αβασάνιστη προσέγγιση δυνατόν να οφείλονται και άλλες φραστικές τυποποιήσεις, όπως η οικεία πλέον έκφραση “Φιλολογικό μνημόσυνο”, ενώ θα αρκούσε κάτι πολύ πιο απλό.

Eίναι μερικές φορές που αναρωτιέται κανείς αν κάποιες λέξεις, ή κάποιοι τίτλοι καθημερινής χρήσης, αποδίδουν επακριβώς όσα δηλώνουν ή αν κρύβουν, στην πραγματικότητα, άλλες προθέσεις και στόχους. Ίσως και ανασφάλειες. [1999]

Published in: on Μαΐου 8, 2007 at 6:43 πμ  Σχολιάστε