Θεοδόσης Νικολάου (1930-2004)

Μικρό αφιέρωμα μνήμης και τιμής για τον ποιητή Θεοδόση Νικολάου στα πέντε χρόνια από το θάνατό του (8 Φεβρουαρίου 2004).

nicolaouthphoto

nicolaouthbiogrΑυτόγραφο σημείωμα (1981)

[Συμπλήρωμα εργογραφίας : Η Πνευματική Φυσιογνωμία της Αμμοχώστου (1983)· Εικόνες , ποιήματα (1988)· Το Σπίτι, ποίημα (2002)]

Χειρόγραφα ποιημάτων  του

nicolaouthzesti2nicolaouthzesti11nicolaouthmnimi

nicolaouthsavvΕπίσκεψη (με τον Γιώργο Π. Σαββίδη) στο σπίτι του λαϊκού γλύπτη Κώστα Αργυρού, στο χωριό Μαζωτος (1985)

kyklos1Χειρογράφηση εξωφύλλου περιοδικού Ο Κύκλος (το πλαίσιο του «καθρεφτη» σχεδιάστηκε από τον Νίκο Νικολάου) 

nicolaouthkalvosΑνδρέας Κάλβος και Κύπρος

Advertisements
Published in: on Φεβρουαρίου 7, 2009 at 8:38 μμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [xiii]

Σημειολογικά παρεπόμενα

Στο προηγούμενο σημείωμα γινόταν αναφορά σε αφιέρωση του Κώστα Μόντη που υποδήλωνε προηγηθείσα διαφωνία του με τον γράφοντα. Όμως περιστατικά παρόμοιων αφιερώσεων με σημειολογική σημασία δεν είναι σπάνια, έστω κι αν πολλές φορές δεν αποκαλύπτονται επειδή έμειναν ασχολίαστα από τους παραλήπτες τους ή δεν διευκρινίστηκαν από γεγονότα στις σχέσεις μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη. Πιο κάτω αναφέρω δύο:

     Πριν από αρκετά χρόνια έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο του Γλαύκου Aλιθέρση, Tο πρόβλημα του Kαβάφη (Aλεξάντρεια: Έκδοση Σπύρου N. Γρίβα, Aλεξάντρεια 1934), με την ακόλουθη αφιέρωση του συγγραφέα: “Στο φίλο A. Kατράρο, με τη θερμή παράκληση να μαρτυρήση κάτι για τον Kαβάφη TYΠO, που γνώρισε τόσο καλά. M’ εχτίμηση Γλ. Aλιθέρσης”. Αποδέκτης του αντικαβαφικού μελετήματος ήταν ο Aτανάζιο Kατράρο, φίλος του Kαβάφη (βλ. και Aτανάζιο Kατράρο, O φίλος μου ο Kαβάφης, μετάφρ. Aριστέα Pάλλη, Aθήνα: Ίκαρος, 1970) και το βιβλίο έφθανε στα χέρια του Κατράρο σε περίοδο κορύφωσης της ψυχρότητας στις σχέσεις μεταξύ Αλιθέρση και Καβάφη.

     Το βιβλίο άρχιζε με το ακόλουθο κείμενο: “H καθαρή αξία της προσωπικότητας του Kαβάφη, νομίζω δε βρίσκεται τόσο στην ποίησή του, όσο στις ‘φήμες’ που ο μεγάλος εκείνος ηθοποιός κατόρθωσε να δημιουργήση. O Kαβάφης δημιούργησε φήμες για τη ζωή του και φήμες για την τέχνη του…” Για τον Kατράρο όλα αυτά ήταν, προφανώς, πολύ ενοχλητικά. Mε μαύρο μελάνι υπογράμμισε τη λέξη ηθοποιός και τη φράση δημιούργησε φήμες για τη ζωή του και φήμες για την τέχνη του και εγκατέλειψε την ανάγνωση, αφήνοντας άκοπο το υπόλοιπο βιβλίο. Ήταν κάποιο είδος κριτικής στάσης για τις απόψεις του Αλιθέρση έναντι του φίλου του.

     Τον Ιούλιο του 1983, σε “Αφιέρωμα στην κυπριακή λογοτεχνία” του περιοδικού Αντί, είχα δημοσιεύσει εκτενές “Σχεδίασμα χρονολογίου της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας (1878-1982)” ―κάτι που έως τότε για πρώτη φορά γινόταν― και ανάμεσα σε αρκετές εκατοντάδες εγγραφές, στις εκδόσεις για το 1959 περιλαμβανόταν και η ποιητική συλλογή του Κύπρου Χρυσάνθη, Πάθος για ένα λεύτερο ουρανό. Λίγες μέρες πιο ύστερα λάβαινα από τον συγγραφέα το βιβλίο του Επιλογή κριτικών (Ποίηση), που μόλις είχε κυκλοφορήσει, με την “επιθετική” αφιερωματική υπόδειξη (αφού προηγουμένως, με εμφανή νευρικότητα, διέγραψε αφιέρωση προς άλλο αποδέκτη): “Σου το αποστέλλω κε Σταυρίδη, ίσως πληροφορηθείς πως το πρώτο μου βιβλίο δεν βγήκε το 1959 όπως γράφεις στο Αντί. Προηγήθηκαν άλλα οκτώ βιβλία. Κ. Χρυσάνθης, 1983”. Από τα συμφραζόμενα του δημοσίευματός μου, θα μπορούσε, ίσως, κάποιος να συμπεράνει ότι το βιβλίο του αποτελούσε πρώτη παρουσία του ποιητή στα κυπριακά γράμματα, όμως αυτό δεν ήταν στις προθέσεις μου κι ούτε υπέκρυβε σκοπιμότητα παραγνώρισης του προηγούμενου έργου του ή άγνοια. Ήταν μονάχα θέμα προσωπικής εκτίμησης της σημασίας εκείνου ακριβώς του βιβλίου για τη συγκεκριμένη χρονιά. Με τον Κύπρο Χρυσάνθη μας συνέδεε πάντοτε εγκάρδια και πολύ φιλική σχέση ―και πριν και έως το τέλος της ζωής του.    

Published in: on Φεβρουαρίου 1, 2009 at 12:44 μμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [xii]

Κώστας Μόντης

Τον Σεπτέμβριο του 1957 δύο ποιήματά μου δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους. Ήταν τα πρώτα που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας σε κυπριακό περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας. (Μία παλαιότερη προσπάθειά μου, στα Κυπριακά Γράμματα, είχε μείνει ανολοκλήρωτη: η πρόθεση δημοσίευσής τους βρίσκεται καταγραμμένη στη στήλη αλληλογραφίας του τελευταίου τεύχους του περιοδικού, πριν από την οριστική αναστολή της έκδοσής του). Στο ίδιο τεύχος του Τάιμς οφ Σάιπρους, στη στήλη αλληλογραφίας, δημοσιευόταν σύντομο σημείωμα του Κώστα Μόντη, επιμελητή της φιλολογικής στήλης, επαινετικό για τα νεανικά εκείνα ποιήματα και πρόσκληση να τον επισκεφθώ όταν θα βρισκόμουν στην Κύπρο (σπούδαζα τότε στο εξωτερικό). Η τιμή που γινόταν σε ένα πρωτοεμφανιζόμενο “συγγραφέα” από τον σεβαστό ποιητή ήταν πολύ μεγάλη. Τον συνάντησα στο γραφείο του, κάπου στην αρχή της οδού Λήδρας ―αν θυμάμαι καλά, και εντυπωσιάστικα από τη φιλική προσέγγισή του, που ήταν χωρίς καμιά διάθεση προσωπικής προβολής ή πατροναρίσματος. Όπως αργότερα διαπίστωσα η δική μου εμπειρία δεν ήταν η μοναδική. Ο Κώστας Μόντης συχνά στήριζε νέους δημιουργούς και δεν είναι λίγοι σήμερα που του οφείλουν πολλά για τη συμπαράσταση που τους πρόσφερε στα πρώτα βήματά τους.

     Στα χρόνια που ακολούθησαν είχαμε πολλές ευκαιρίες συναντήσεων, μερικές φορές και με τη συμμετοχή του Ανδρέα Χριστοφίδη, κοινού μας φίλου. Μοναδική περίπτωση κάποιας ―παροδικής― ψυχρότητας στις σχέσεις μας υπήρξε ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια εκπομπής στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), το 1980.

     Το ραδιοφωνικό τμήμα του ΡΙΚ παρουσίαζε τότε σειρά εκπομπών με τίτλο “Με τους δημιουργούς μας”: μια μικρή ομάδα δημιουργών ή ασχολουμένων με θέματα λογοτεχνίας, διαφορετική κάθε φορά, συνομιλούσε για το έργο ενός συγγραφέα, στην παρουσία του ιδίου, ο οποίος διάβαζε και δείγματα από το έργο του ή απαντούσε σε ερωτήματα. Η συγκρότηση της ομάδας γινόταν πάντοτε σε συνεργασία με τον τιμώμενο και το πρόγραμμα ήταν ηχογραφημένο.

     Στην εκπομπή για τον Κώστα Μόντη, εκτός από τον ίδιο, λάβαιναν μέρος ο Άνθος Λυκαύγης και ο Θεοκλής Κουγιάλης ―αν θυμάμαι σωστά, και ο γράφων. Παραγωγός της εκπομπής ήταν ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, λειτουργός στο ΡΙΚ.

     Ξεκινήσαμε και οι τρεις με γενικές τοποθετήσεις για το ποιητικό του έργο και προχωρήσαμε σε παρουσίαση διαφόρων πτυχών του. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν αψεγάδιαστα θετική και χωρίς οποιαδήποτε υποψία κριτικής διάθεσης, τόσο που ύστερα από λίγη ώρα άρχισε να βαραίνει και κάποιες απόψεις να επαναλαμβάνονται. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η “κοιλιά” αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε γενικευμένη ατονία της συνομιλίας. Βλέποντας τον κίνδυνο σκεφτηκα πως έπρεπε να ανανεωθεί το ενδιαφέρον, ίσως με μια ήπια κριτική νύξη.

     Όταν ήλθε η σειρά μου, άρχισα με αναφορά στα ιδιωματικά ποιήματα του Μόντη ―στην πλειονότητά τους αισιόδοξα, σε αντίθεση με το υπόλοιπο έργο του― εκφράζοντας την ιδιαίτερη αγάπη μου γι’ αυτά και προχώρησα να υπογραμμίσω τη μεγάλη εκτίμησή μου στις Στιγμές του ως καθοριστική ενότητα στην ποίησή του. Έκλεισα με το “ρητορικό” ερώτημα αν, παρά τη μεγάλη σημασία τους στο έργο του και την επίδρασή τους στη νεοελληνική ποίηση, τελικώς, ως ποιητικό είδος, εγκλώβισαν τον δημιουργό.

     Η άποψη εκφράστηκε νηφάλια και καλοπροαίρετα, με στόχο πάντοτε να αναζωογονηθεί η συνομιλία και δεν περίμενα ότι τούτο θα ενοχλούσε τον ποιητή. Αντέδρασε έντονα, αμφισβητώντας τις καλές προθέσεις των λόγων μου, και η ηχογράφηση προς στιγμήν διακόπηκε. Όταν ησύχασαν τα πνεύματα η εγγραφή ξανάρχισε και συνεχίστηκε έως το τέλος χωρίς πρόβληματα. Μετά την ολοκλήρωση της εκπομής ήλθε στο θάλαμο ο παραγωγός, λέγοντας “Πήγαμε πολύ καλά. Ξεπεράστηκε λίγο το χρονικό όριο, όμως θα το αντιμετωπίσουμε”. Ο Κώστας Μόντης πρόσθεσε: “Τότε να αφαιρέσετε αυτά που είπε ο κύριος Σταυρίδης”. Ο Χαραλαμπίδης χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτε. Σήμερα, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια, δεν θυμάμαι πώς αντιμετωπίστηκε το “επίμαχο” τμήμα της εκπομπής, έχω όμως την εντύπωση ότι μεταδόθηκε, χωρίς ενδείξεις της αναστάτωσης που είχε προκαλέσει. Ως παρεπόμενο, λίγες μέρες αργότερα έλαβα ταχυδρομικώς από τον ποιητή τη συλλογή του Κύπρια Ειδώλια, που μόλις είχε κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: Στο Φοίβο Σταυρίδη που φοβήθηκε τηνν επίδραση των “Στιγμών”! Κώστας Μόντης 26.10.1980.

        Ύστερα από κάποιες εβδομάδες πήρα από τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, από τη Θεσσαλονίκη, φωτοτυπία πρόσφατης μελέτης του ούγγρου νεοελληνιστή Szabo Kalman διήγημα του Κώστα Μόντη. Κρίνοντας ότι ο Μόντης δεν το γνώριζε, του το έστειλα· αυτό ήταν αρκετό να διαλύσει όποια νέφη είχαν μαζευτεί παλαιότερα. 

Published in: on Ιανουαρίου 28, 2009 at 6:06 μμ  Σχολιάστε  

Παντελής Μηχανικός (1926-1979)

michanikos

Συμπληρώνονται σήμερα τριάντα χρόνια από το θάνατο του ποιητή Παντελή Μηχανικού. Σωμα και αίμα του οι τρεις λιγοσέλιδες συλλογές του ―Παρεκκλίσεις (1957), Τα δυο βουνά (1963), Κατάθεση (1975)― που άφησε κληρονομιά στην ελληνική ποίηση· κάθε μια σφράγισε ένα σταθμό της νεότερης κυπριακής ιστορίας.

Ξεχασμένος από την πολιτεία και από πολλούς, όμως πάντοτε επίκαιρος.


Δύο ποιήματά του (από την Κατάθεση) όσο για να θυμόμαστε :

            Ένα τραγούδι για τον Ριμαχό

     Και ποιός ήτανε τόσο λεβέντης

     όπως τον Ριμαχό

     που έσκυψε και φίλησε το χώμα

     απ’ όπου διάβηκε η αγαπημένη του

     κι αυτή προχωρούσε υπερήφανη κι ακατάδεχτη

     κ’ οι άλλοι τον είπανε βλάκα

     κι αυτός ξανάσκυψε και ξαναφίλησε το χώμα

     ξέροντας καλά πως οι άλλοι τον λέγανε βλάκα.

 

     Και τα στήθια του ήταν γεμάτα χαρά.

     Γεμάτα χαρά.

 

     Ποιός ήτανε τόσο λεβέντης όπως τον Ριμαχό.

     Εφτά χιλιάδες φορές θα σκοτώνονταν

     για να υπερασπίσει το χώμα

     απ’ όπου διάβηκε η αγάπη του.

 

     Ποιός είναι λεβέντης σαν τον Ριμαχό

     ποιός έχει αγάπη σαν τον Ριμαχό

     να υπερασπίσει τούτα τα χώματα.

 

               Ονήσιλος

     Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος

     βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο

     ολοζώντανος.

 

     Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός

     κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:

     ένα καύκαλο

     ―το δικό του κρανίο―

     γεμάτο μέλισσες.

 

     Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος

     να μας κεντρίσουν

     να μας ξυπνήσουν

     να μας φέρουν ένα μήνυμα.

 

     Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος

     κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα

     χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

 

     Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων

     έφτασε στη Σαλαμίνα

     φρύαξε ο Ονήσιλος.

     Άλλο δεν άντεξε.

     Άρπαξε το καύκαλό του

     και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

 

     Κ’ έγυρα νεκρός.

     Άδοξος, άθλιος,

     καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

Published in: on Ιανουαρίου 20, 2009 at 10:09 πμ  Comments (1)  

Ψηφίδες [xi]

Ξάνθος Λυσιώτης

Ο Ξάνθος Λυσιώτης, ο ποιητής και ο άνθρωπος, εξέφραζε ό,τι τιμιότερο μπορούσε να προσφέρει η κυπριακή πνευματική δημιουργία της εποχής του. Kαι ό,τι πιο ειλικρινές, μακριά από συρμούς και ευκαιριακές επιδιώξεις. Δημιουργός, για περισσότερο από έξι δεκαετίες, σε μια γλώσσα που ολοένα λιγότεροι καταλαβαίνουν σήμερα, και ίσως ακόμη λιγότεροι διαβάζουν, γράφουν ή μιλούν, επίμονος εκφραστής ενός λυρισμού που άνισα αντιμαχόταν τη σκληρότητα των καιρών και τις νεότερες αναζητήσεις, παραμένοντας, ταυτόχρονα, μακριά από συναλλαγές και ματαιόδοξη δημοσιότητα.

     O Λυσιώτης έζησε στη γενέτειρα του Λάρνακα έως το 1937, όταν ―σχεδόν σαράντα χρόνων― για επαγγελματικούς λόγους εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία. H πολύχρονη διαμονή του στη γενέθλια πόλη άφησε επάνω του ανεξίτηλα τα σημάδια της. Διαθέτουμε για τούτο πολλές δικές του μαρτυρίες.

     Tο 1950, ευρισκόμενος για διακοπές στο Tρόοδος έγραφε το ποίημα “Λάρνακα”, ένα από τα λυρικότερά του κείμενα, απόσταγμα μνήμης και αγάπης, το οποίο τελειώνει με τους ακόλουθους μελαγχολικούς στίχους, που αναφέρονται βέβαια στη Λάρνακα θα μπορούσαν όμως να απευθύνονται και προς τον ίδιο  :

     Kυλά η ζωή σου όπως κυλούν των ουρανών οι λύχνοι

     και φθίνει σάμπως φθίνουνε στο φράχτη τ’ άσπρα ρόδα

     μοιραία και μελαγχολικά μ’ ανάλγητη ηρεμία

      πλάι στο κύμα που άριες παλιές σου μουρμουρίζει.

     Mα γύρω σου και μέσα σου εφιαλτικά πλανιώνται

     οι ριγηλότατες μολπές μιας εαρινής κιθάρας,

     γλάρων φτερά που αράξανε, καράβια διπλωμένα,

     κι άσπρα μαντήλια το ύστατο να δακρύσουνε ‘χαίρε’

     στη νιότη που άνθισε γοργή και πιο γοργή εμαράθη.

     Bέβαια η ζωή διέψευσε τον μελαγχολικό στίχο του ποιητή για τη ‘νιότη που άνθισε γοργή και πιο γοργή εμαράθη’ δωρίζοντάς του άλλα 37 χρόνια δημιουργίας και μια ψυχή που, ασφαλώς, είχε κατακτήσει την αιώνια νεότητα.

     Tον Oκτώβριο του 1985 ο Δήμος της Λάρνακας σε ειδική εκδήλωση τον τίμησε για τη συνολική προσφορά του στα κυπριακά γράμματα.  Aκριβώς δύο χρόνια πρωτύτερα, στον ίδιο χώρο, ο Δήμος Λάρνακας είχε τιμήσει ένα άλλο διακεκριμένο τέκνο του, τον ποιητή Παύλο Bαλδασερίδη και ο Λυσιώτης ήταν ο κύριος ομιλητής. Mε μεγάλη συγκίνηση αναφέρθηκε στη μακρόχρονη και στενή φιλία του με τον Bαλδασερίδη, στη συμπαράσταση που είχε κατά τα πρώτα ποιητικά του βήματα από τον κατά έξι χρόνια μεγαλύτερό του Bαλδασερίδη, έφερε μνήμες και αγάπες από τα παλιά και, παρά τα δικά του 85 χρόνια, με πάλλουσα φωνή απάγγειλε τη ‘Σερενάδα’ του Bαλδασερίδη.

     Tο τραγούδι της νεανικής καρδιάς του Λυσιώτη συνεχίστηκε με την ίδια ένταση και στην τιμητική εκδήλωση για τον ίδιο. Στο κατάμεστο θέατρο του Δήμου, αφού ονομάτισε ένα-ένα φίλους που είχαν αποδημήσει, απευθύνθηκε σε όσους φίλους των παλαιών ημερών παρευρίσκονταν στην αίθουσα, και με τη λυρική διάθεση που πάντοτε τον διέκρινε είπε, σχεδόν σαν να απάγγελλε ένα ακόμη δικό του ποίημα: “Eίμαστε η ομάδα που απομένει από τους κρίκους που έσπασαν, μα που τους συνδέει το όραμα των φευγαλέων αναπολήσεων, σε άσβηστες αντηχήσεις των ανέμελων αυλών».

     Για αρκετά χρόνια προς το τέλος τις ζωής του, κάθε χρόνο Kυριακή γύρω στις 6 Oκτωβρίου, μια μικρή ομάδα φίλων και εκτιμητών του έργου του μαζεύονταν στο θρυλικό εξοχικό σπίτι του, το “Aππιδάκι», στο χωριό Ψευδάς για να γιορτάσουν τα γενέθλιά του και παράλληλα να γνωρίσουν τους καρπούς μιας ακόμη δημιουργικής χρονιάς του Ξάνθου Λυσιώτη.

     Tην Kυριακή 5 Oκτωβρίου 1986, οι φίλοι που συγκεντρώθηκαν στο “Aππιδάκι” είχαν μια εμπειρία μοναδική. Στο τέλος της βραδιάς και λίγο πριν χωρίσουν, πλημμυρισμένος από ευτυχία για τις ευχές και την αγάπη των δικών και των φίλων του, ο Λυσιώτης ζήτησε να τραγουδήσει για όλους ένα παλιό σκοπό. Σήμερα ομολογώ πως δεν θυμούμαι ποιο ήταν το τραγούδι. Όμως, παρά τα χρόνια που πέρασαν, μου είναι ακόμη πολύ έντονο το ρίγος από το άκουσμα εκείνης της συγκινημένης αλλά καθαρής φωνής τενόρου, που δεν την είχαν αλλοιώσει τα χρόνια, μιας φωνής που ανάβλυζε ως κύκνειο άσμα μιας ζωής πλήρους και εύκαρπης, μιας ζωής που αποδείχτηκε έτοιμη από καιρό για τον μεγάλο θεριστή που ήλθε και την πήρε τρεις μήνες αργότερα.

     Έχοντας πια μπροστά μας ολοκληρωμένη τη ζωή και το έργο του τρυφερού ποιητή Ξάνθου Λυσιώτη, ίσως εν τέλει μπορεί να λεχθεί ότι, παρά τις προσωπικές οικογενειακές τραγωδίες που του έτυχαν ―και ήταν πολλές―, ακόμη τραγικότερο του ήταν ότι στη διάρκεια μιας μακράς ζωής, παρακολουθούσε τον συμπορευόμενο γύρω κόσμο του να γερνά και να φθίνει ενώ ο ίδιος, πάντοτε νέος στη ψυχή, μπορούσε ως το τέλος να τραγουδά και να στήνει καινούριους λυρικούς κόσμους.                                                                         

Published in: on Ιανουαρίου 8, 2009 at 11:58 πμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [viii]

Ο Σάββας Τσερκεζής και το “Ημερολόγιον του βίου μου”

Η αποκάλυψη του χειρόγραφου ημερολόγιου του Σάββα Τσερκεζή μόνο σε “ευτυχή συγκυρία” ―όπως θα έλεγαν οι παλαιότεροι― μπορεί να αποδοθεί.

     Μια μέρα, γύρω στο 1980, ανώτερη λειτουργός προγραμμάτων του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου με ρώτησε αν θα αποδεχόμουν να παρουσιάσω σε τηλεοπτική πολιτιστική εκπομπή κάποιες νέες εκδόσεις. Χωρίς να το καλοσκεφτώ αποδέχτηκα και την επομένη μου έστειλαν πέντε βιβλία. Ρώτησα πόσο χρόνο παρουσιάσης θα είχα στη διάθεσή μου και η απάντηση με άφησε άφωνό: πέντε λεπτά για το σύνολο των πέντε βιβλίων (με πρόσθετη υπόδειξη ότι η παρουσίαση έπρεπε να περιοριστεί μόνο στα “θετικά” των βιβλίων)! Τόσο ο χρόνος όσο και οι περιορισμοί δεν με εύρισκαν σύμφωνο και υπέδειξα ότι θα τιμούσα τη δέσμευση που (αβασάνιστα) είχα αναλάβει, παρακαλώντας όμως να με αποδεσμεύσουν από άλλες μελλοντικές παρουσιάσεις. Σπαταλήσαμε ένα ολόκληρο απόγευμα στους τηλεοπτικούς θαλάμους του ΡΙΚ, οπτικογραφώντας και διαγράφοντας λήψεις με τις παλιές μηχανές του Ιδρύματος. Όμως η προβολή εκείνης της εκπομπής είχε μια απρόσμενη εξέλιξη.

     Λίγες μέρες αργότερα ήλθε στο φαρμακείο μου ένας ηλικιωμένος κύριος από τον Μαζωτό ο οποίος, έχοντας παρακολουθήσει την εκπομπή, έκρινε ότι ήμουν πρόσωπο κατάλληλο να με ενημερώσει ότι κάποιος πεθαμένος θείος του είχε αφήσει χειρόγραφη εξιστόρηση των περιπετειών της ζωής του. Περιληπτικά μου έδωσε στοιχεία της ζωής του θείου, που έδειχναν ότι πράγματι επρόκειτο για άνθρωπο με πολλά και ενδιαφέροντα βιώματα. Φεύγοντας ανέφερε ότι θα περνούσε μιαν άλλη μέρα να φέρει το χειρόγραφο.

     Πέρασε λίγος καιρός ―σχεδόν είχα ξεχάσει το περιστατικό― έως ότου ο κύριος Σάββας Χαϊλής από τον Μαζωτό πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του. Όταν έφερε το δίτομο χειρόγραφο ημερολόγιο του θείου του, Σάββα Τσερκεζή, είχε πια αποφασιστει η τύχη του: μου το παραχωρούσε για να το “χρησιμοποιήσω όπως καλύτερα κρίνω”· μια απόφαση που άνοιγε τον δρόμο αποκάλυψης ενός σπουδαίου κειμένου και γνωριμίας με ένα χαρισματικό κύπριο λαϊκό αφηγητή.

     Και μόνο μια επιφανειακή ανάγνωση ήταν αρκετή να αποκαλύψει τη μοναδικότητα του κειμένου, το οποίο ―με καθαρή γραφή και ελάχιστες διορθώσεις― διαβαζόταν απνευστί. Ξανασυνάντησα τον κύριο Χαϊλή, στη Λάρνακα και στο σπίτι του στον Μαζωτό, για συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικές με τον Σάββα Τσερκεζή και άρχισα να μεταγράφω το ημερολόγιο προσθέτοντας τις αναγκαίες υποσημειώσεις, παράλληλα δε, την ίδια χρονιά (1980), προχώρησα σε πρώτη ανακοίνωση στο περιοδικό Ο Κύκλος, μαζί με ένα δείγμα γραφής. Δυνατότητα έκδοσής του δεν είχα και ο καιρός περνούσε χωρίς να το καταλαβαίνω.

     Λίγα χρόνια αργότερα, με την ευκαιρία διεθνούς συνεδρίου για την κυπριακή μετανάστευση, παρουσίασα ανακοίνωση με θέμα “Στοιχεία για την κυπριακή μετανάστευση των αρχών του αιώνα, μέσα από το ανέκδοτο ημερολόγιο του Σάββα Τσερκεζή”. Το συνέδριο φιλοξενείτο στο Πολιτιστικό Κέντρο της Λαϊκής Τράπεζας και σ’ αυτό συμμετείχε μεγάλος αριθμός αποδήμων. Η ανακοίνωση, εκτός από στοιχεία για τη μετανάστευση, περιλάμβανε λεπτομέρειες για τον συγγραφέα και αποσπάσματα από τις βασανιστικές περιπέτειές του μακριά από την πατρίδα. Η εντύπωση από τις περιγραφές του Τσερκεζή ήταν συγκλονιστική και πολλοί σύνεδροι, σχεδόν με δάκρυα στα μάτια, ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες για τον συγγραφέα και το χειρόγραφό του. Στο διάλειμμα ο υπεύθυνος για το πολιτιστικό κέντρο ανώτερος λειτουργός της τράπεζας, Παναγιώτης Μαλλής, γνωστός μου και από τα μαθητικά του χρόνια στη Λάρνακα, με ρώτησε αν σχεδίαζα έκδοση του ημερολογίου του Τσερκεζή, προσθέτοντας: “Αν δεν έχεις δεσμευθεί αλλού, εμείς αναλαμβάνουμε την έκδοση· έχουμε προτεραιότητα μια και εδώ παρουσιάστηκε το κείμενο σήμερα”. Τον ενημέρωσα ότι δεσμεύσεις έκδοσης από τρίτους δεν υπήρχαν αλλ’ ούτε και δυνατότητα είχα να το εκδώσω ο ίδιος. Όταν οριστικοποιήθηκε η συνεργασία μας δήλωσα ότι ήμουν πρόθυμος να ετοιμάσω την έκδοση χωρίς καμιά οικονομική απαίτηση εκ μέρους μου, με μόνη προϋπόθεση να διατηρήσω απόλυτο εκδοτικό έλεγχο έως και την εκτύπωση. Βάσει προδιαγραφών που είχα δώσει, επιλέγηκαν τα τυπογραφεία Ζαβαλλή. Το βιβλίο τυπώθηκε τον Μάρτιο του 1988 και αμέσως γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Κρίθηκε πολύ θετικά σε Ελλάδα και Κύπρο, ανθολογήθηκε, μεταδόθηκε (σε συνέχειες) από ραδιοσταθμούς. (Ανατυπώθηκε το 1993, το 2007 κυκλοφόρησε σε δεύτερη ―επαυξημένη― έκδοση, και εκτυπώθηκαν συνολικά 4500 αντίτυπα).

     Για όσους δεν γνωρίζουν ήδη τον συγγραφέα του σπουδαίου αυτού αυτοβιογραφήματος, μεταφέρω εδώ ένα ενημερωτικό απόσπασμα από τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης: 

     “O πολύπλαγκτος Kύπριος που ακούει στο όνομα Σάββας Tσερκεζής καταγράφει στο Hμερολόγιον του βίου μου μια εποχή μεγάλου ιστορικο-κοινωνικού ενδιαφέροντος, για την οποία ελάχιστες προσωπικές μαρτυρίες διαθέτουμε. Tο αυτοβιογράφημα καλύπτει την περίοδο 1880-1924 σε σύνολο ζωής σχεδόν ενενήντα χρόνων (1874-1963), σίγουρα όμως ιστορεί το αξιολογότερο κομμάτι στης ζωής του συγγραφέα.

     Tα μεγάλα αστικά κέντρα της ανατολικής Mεσογείου με τις πολυάνθρωπες ελληνικές κοινότητές τους, η Σμύρνη και η Aλεξάνδρεια κατά κύριο λόγο, και σε μικρότερο βαθμό άλλα, όπως η Bηρυτός και η Iόππη, υπήρξαν σημαντικοί χώροι διασποράς Kυπρίων μεταναστών της εποχής. Νεαρός μετανάστης ο συγγραφέας κινείται αναζητώντας εργασία σε όλους αυτούς τους τόπους και μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες του αναπλάθει τον παλμό της ζωής τους.

     Tο ημερολόγιο περιγράφει επίσης τις συνθήκες ζωής και εργασίας των Eλλήνων μεταναστών Aμερικής κατά την περίοδο 1908-1923 (κι εδώ ας θυμηθούμε ότι η άφιξη του Tσερκεζή στις Hνωμένες Πολιτείες συμπίπτει χρονολογικά με τη μεγαλύτερη αύξηση μεταναστευτικού ρεύματος, από την Eλλάδα και από τις κοινότητες του υπόδουλου Eλληνισμού, προς την Aμερική).

     Tρίτος χώρος αναφοράς είναι οι ελληνικοί πόλεμοι του 1897 και του 1912-1913, στους οποίους ο συγγραφέας μετέχει ως εθελοντής. H ημερολογιακές καταγραφές των δυο πολέμων είναι ιδιαίτερα λεπτομερειακές και αποτελούν σημαντική προσωπική μαρτυρία δραματικών γεγονότων της νεότερης ιστορίας μας. H ακρίβεια των παρατηρήσεων είναι αξιοσημείωτη όπως μπορεί να επιβεβαιωθεί και από πολυάριθμες άλλες πηγές ή μαρτυρίες της εποχής”.

     Σημειώνω εδώ ότι στη δεύτερη έκδοση του Ημερολογίου προστέθηκε συμπληρωματικό αυτοβιογραφικό υλικό που εντοπίστηκε αρκετά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, καθώς και ολόκληρο το έργο του Σάββα Τσερκεζή “Ο ασύλληπτος κλέπτης”, ένα ιδιόμορφο κείμενό του, με στοιχεία θεατρικής γραφής και πεζογραφήματος.  

Published in: on Οκτώβριος 25, 2008 at 11:12 πμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [vii]

Ανδρέας Χριστοφίδης

Συμπληρώθηκαν φέτος δέκα χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Ανδρέα Χριστοφίδη (πέθανε σε ηλικία μόλις 61 ετών)· ήταν μια από τις πιο χαρισματικές πνευματικές φυσιογνωμίες της Κύπρου των τελευταίων πενήντα χρόνων, άνθρωπος με μεγάλο εύρος ενδιαφερόντων ―όχι μόνο πνευματικών― και ζωντάνια που εκφραζόταν με γνήσια κοινωνικότητα και χάρη. Είχαμε γνωριστεί πολύ ενωρίς κατά τη δεκαετία του ’60 και διατηρήσαμε στενή φιλία έως το τέλος της ζωής του. Η προσωπική μας σχέση θεμελιώθηκε πολύ πριν αναλάβει σημαντικά δημόσια αξιώματα και για τούτο διατήρησε όλα τα στοιχεία ανιδιοτελούς φιλίας και εκτίμησης. Ελπίζω να μου δοθεί και αλλού η ευκαιρία να αναφερθώ σ’ αυτόν ως ποιητή και άνθρωπο, όμως εδώ θα καταθέσω δύο περιστατικά που δείχνουν την ακεραιότητά του και τον κριτικό λόγο του.

     Γύρω στο 1968-1969 συμμετείχα σε εκπομπή του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου όπου ως φιλοξενούμενος είχα να απαντήσω σε ερωτήσεις για τις μουσικές και αναγνωστικές επιλογές μου, στην υποθετική περίπτωση που ήμουν αναγκασμένος να απομονωθώ σε κάποιο ερημικό μέρος (μια κυπριακή προσαρμογή του ξένου προγράμματος “Desert Island Discs”, ενός από τα δημοφιλέστερα και μακροβιότερα ραδιοφωνικά προγράμματα όλων των εποχών). Ο φιλοξενούμενος έπρεπε να είναι  έτοιμος να δικαιολογήσει τις επιλογές του. Βρισκόμασταν στις μαύρες μέρες της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και οι πιέσεις να συμμορφωθεί η Κύπρος προς τις όποιες “εθνωφελείς” επιταγές τους ήταν αφόρητες. Δεν θυμούμαι ποιες ήταν οι μουσικές επιλογές μου, “αγκάθι” όμως αποτέλεσε το κείμενο που ήθελα να διαβάσω. Όταν είπα στον συντονιστή λειτουργό τι θα διάβαζα έδειξε να ενοχλείται και να δυσανασχετεί, υποδεικνύοντάς μου ότι αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στο ΡΙΚ. Παραθέτω κάποια επίμαχα αποσπάσματα από το εκτενέστερο κείμενο που θα διάβαζα (από την Ιστορία του Θουκυδίδη, στη θαυμάσια μετάφραση της Έλλης Λαμπρίδη, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εποχές τον Αύγουστο του 1963):

Και νόμισαν πως είχαν το δικαίωμα ν’ αλλάξουν και τη συνηθισμένη ανταπόκριση των λέξεων προς τα πράγματα για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους […] Αιτία για όλ’ αυτά είναι η όρεξη ν’ αποχτήσουν δύναμη οι άνθρωποι από απληστία και φιλοδοξία […] και δεν εδίστασαν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν την αρχή είτε καταδικάζοντας τους αντιπάλους με άδικη ψήφο του λαού, είτε με βίαιο πραξικόπημα, να χορτάσουν τη φιλοδοξία τους της στιγμής.

     Όταν ο συντονιστής επέμεινε να διαβάσω κάτι άλλο λιγότερο ενοχλητικό υποχρεώθηκα να δηλώσω ότι σε τέτοια περίπτωση θα αποχωρούσα ακυρώνοντας την ηχογράφηση. Ενώ συζητούσαμε, χωρίς να διαφαίνεται σημείο συμφωνίας, μπήκε στο γραφείο ο Ανδρέας Χριστοφίδης, Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ, ο οποίος ―ενήμερος για την επίσκεψή μου― ήλθε να με χαιρετίσει. Του είπα τότε για τις επιφυλάξεις του λειτουργού και χωρίς δεύτερη σκέψη δήλωσε επί λέξει: “Μα είναι κείμενο του Θουκυδίδη. Να διαβαστεί ως έχει, και όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται”. Η εκπομπή ηχογραφήθηκε και μεταδόθηκε ως είχε προγραμματιστεί. 

Τον Οκτώβρη του 1972 και ενώ ένα “Ετος Βιβλίου” (που είχε προαγγελθεί με τις συνήθεις κενής σημασίας τυμπανοκρουσίες) πλησίαζε στο τέλος του, με τον Παντελή Μηχανικό παρακολουθήσαμε ομιλία του Ανδρέα Χριστοφίδη με θέμα “Το έτος βιβλίου και η Κύπρος”. Όπως ήταν γνωστό, ο ομιλητής διέθετε αξιοζήλευτη ικανότητα τόσο στον γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο, μάλιστα κάποια από τα γραπτά κείμενά του ήταν προϊόντα απευθείας υπαγόρευσης στη γραμματέα του. Μεταφέρω ένα μικρό δείγμα από όσα είχε πει :

     “Σας έρχεται στο νου καμιά ουσιαστική ενέργεια  με αφετηρία τα όσα έγιναν αυτά τα έτη, οποιαδήποτε πράξη που να έμεινε πίσω στο πέρασμα του χρόνου, ν’ αφήσει τα ίχνη της σ’ αυτή τη Γη; Φυσικά έχουμε το Εθνικό ή το Πολιτικό μας πρόβλημα ―ανάλογα με τη ιδιοσυγκρασία μας― που φυσικά δεν εμποδίζει καμιά ενέργεια που έχει το στοιχείο της συναλλαγής, καλά περνάμε στον τόπο όσοι πράσσομε και μεταπράσσομε, κάτω από τη βολική καλύπτρα του Κυπριακού. Όχι πως δε μιλάμε στις διάφορες ευκαιρίες ―όσο γι’ αυτό κανείς δε μας πιάνει στους λόγους. Σ’ όλες τις επετείους, δικές μας, πανελλήνιες και διεθνείς, θα βρεθεί ο κατάλληλος ρήτορας, ανεπίσημος ή επίσημος για να πει όσα ταιριάζουν στην περίπτωση και να συγκινήσει τον εαυτό του αν όχι το ακροατήριο. Στο λεξικό μας κυκλοφορούν μ’ ευκολία τα επίθετα και τα μεταχειριζόμαστε δίχως σκέψη και χωρίς τύψεις ―κι όταν περάσει η ώρα των λόγων καταλαβαίνουμε χωρίς πια να εκπλησσόμαστε ότι η ώρα των έργων δεν υπάρχει στο ρολόι μας ή στο ημερολόγιό μας. Και έτσι παγιδευόμαστε όλοι στα λόγια των περιστάσεων και στα ανακοινωθέντα των επιτροπών (φαντάζομαι ότι τηρουμένων των αναλογιών, οι επιτροπές μας θα έχουν το ρεκόρ των ανακοινωθέντων) και μεγαλώνουμε πιστεύοντας ότι με τις λέξεις θα εξορκίσουμε το κάθε τι, είτε στο πολιτικό είτε στο πολιτιστικό πεδίο”.

     Όσα λέχθηκαν εκείνο το βράδυ, παρά τα τις δεκαετίες που πέρασαν, ηχούν ακόμη το ίδιο αληθινά και για τις μέρες μας.

Published in: on Οκτώβριος 22, 2008 at 10:08 πμ  Σχολιάστε