Ψηφίδες [x]

Το περιοδικό «Μικροφιλολογικά»

Δεύτερη εμπλοκή μου με την έκδοση περιοδικού, ύστερα από το περιοδικό Ο Κύκλος (1980-1986), ήταν τα Μικροφιλολογικά. Όμως, ενώ στο πρώτο είχα όλη την ευθύνη έκδοσης και οικονομικής στήριξης, εδώ υπήρχε η ενεργός συμμετοχή δύο (νεότερων) συνεκδοτών: του φιλόλογου Σάββα Παύλου και του πανεπιστημιακού Λευτέρη Παπαλεοντίου. Χωρίς την ουσιαστική συμβολή τους είμαι βέβαιος πως δεν θα αποτολμούσα μόνος και δεύτερη εκδοτική περιπέτεια.

     Η συνεργασία μας καθ’ όλη την έως σήμερα διαδρομή του περιοδικού στάθηκε υποδειγματική: σεβασμός στην άποψη του άλλου, ισότιμη αντιμετώπιση και διάθεση προσφοράς ―στοιχεία που έδεσαν συντροφικά και φιλικά την ομάδα. (Σκέφτομαι καμιά φορά ότι το μόνο που σταθερά μας χώριζε, και που ίσως τελικά λειτουργησε ως πρόσθετο συνδετικό στοιχείο, ήταν η διαφορά ηλικίας: ήμουν δεκατρία χρόνια μεγαλύτερος από τον πρώτο και είκοσι από τον δεύτερο).

     Ξεκινήσαμε τους προβληματισμούς μας το 1996. Είχα προσέξει ότι κάθε φορά που έπαιρνα στα χέρια μου ένα φιλολογικό περιοδικό άρχιζα την ανάγνωση από τις πίσω σελίδες σχολίων και μικρών σημειωμάτων τα οποία, λόγω συντομίας και ποικιλίας, ήταν πιο “φιλικά” και πιο ενδιαφέροντα για να διαβαστούν κατά προτεραιότητα. Το ανέφερα στις συναντήσεις μας και ύστερα από σχετικές συζητήσεις αποφασίσαμε ότι το περιεχόμενο του περιοδικού μας θα ήταν αποκλειστικά αφιερωμένο σε τέτοιες σύντομες φιλολογικές συμβολές. Η επιλογή αυτή θα βοηθούσε και στη δημοσίευση παρεμφερούς υλικού που συγκεντρωνόταν κατά την ετοιμασία μεγαλύτερων εργασιών αλλά για διάφορους λόγους δεν μπορούσε να ενταχθεί σε αυτές· προσφέραμε, δηλαδή, ευκαιρίες σύντομης δημοσίευσης υλικού που άλλως θα παρέμενε για πολύ καιρό χαμένο στα χαρτιά των ερευνητών και συγγραφέων.

     Ο Σάββας Παύλου είχε ήδη δημοσιέψει σε περιοδικά σύντομα φιλολογικά κείμενα με γενικό τίτλο “Μικροφιλολογικά”, τον οποίο υιοθετήσαμε και για το περιοδικό. Ως σχετικά πιο έμπειρος (τότε) στα εκδοτικά, σχεδίασα το πρώτο τεύχος, το οποίο κυκλοφόρησε την άνοιξη του 1997 κι από τότε τα Μικροφιλολογικά κυκλοφορούν ανελλιπώς δύο φορές το χρόνο (και πάντοτε εμπρόθεσμα) κάτω από την άγρυπνη φροντίδα του Λευτέρη Παπαλεοντίου ―ο οποίος από το τεύχος 19 (Άνοιξη 2006) δηλώνεται και επισήμως ως υπεύθυνος έκδοσης.

     Είχαμε επίσης την καλή τύχη να εξασφαλίσουμε χορηγίες μερικής χρηματοδότησης της έκδοσης (από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ κατά τα πρώτα δύο χρόνια και στη συνέχεια από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού). Ο πρώτος χορηγός χρηματοδότησε και την έκδοση του ογκώδους συλλογικού έργου της ομάδας, Βιβλιογραφία Κυπριακής Λογοτεχνίας (από τον Λεόντιο Μαχαιρά έως τις μέρες μας), που κυκλοφόρησε το 2001. Η πώληση αριθμού αντιτύπων του έργου αυτού μάς έδωσε πρόσθετη οικονομική δυνατότητα να προσθέσουμε συνοδευτική σειρά μικρο-εκδόσεων με τίτλο Μικροφιλολογικά Τετράδια, η οποία περιλάμβανε αυτοτελείς εργασίες μεγαλύτερης έκτασης, που δεν ήταν δυνατόν να φιλοξενηθούν στο περιοδικό. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, έως και το 2007, τόσο τα Μικροφιλολογικά όσο και τα Τετράδια αποστέλλονταν δωρεάν (με δική μας επιβάρυνση και των εξόδων αποστολής) σε μεγάλο αριθμό βιβλιοθηκών, ελληνιστών και άλλων ενδιαφερομένων, στην Κύπρο και στο εξωτερικό.  

     Η ελλαδική κριτική πολλές φορές παρουσίασε με ευμενέστατο σχολιασμό τα νέα τεύχη του περιοδικού. Αν κρίνουμε, επίσης, από την πληθώρα σημαντικών συνεργασιών που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό και τον μεγάλο αριθμό αναφορών/παραπομπών σε αυτές που έγιναν από δημοσιεύματα τρίτων, μπορούμε να είμαστε πολύ ικανοποιημένοι με την αποδοχή του και βέβαιοι για τη χρησιμότητα της προσπάθειας.

     Ύστερα από δώδεκα χρόνια συμμετοχής στην εκδοτική ομάδα του περιοδικού, πιστεύω πως ωριμάζει ο χρόνος επιβεβλημένης αποχώρησής μου και ενδυνάμωσής του με καινούργιο αίμα. Τα Μικροφιλολογικά έχουν πολλά ακόμη να προσφέρουν στη νεοελληνική φιλολογία και θα ήταν ασυγχώρητο κάποιος να παραμένει «κολλημένος στην καρέκλα” όταν οι δυνατότητες ενεργού και ισότιμης συνεισφοράς του αναπόφευκτα μειώνονται από τον αμείλικτο χρόνο.  

Published in: on Δεκέμβριος 2, 2008 at 1:25 μμ  Σχολιάστε  

Απορίες καθημερινότητας

Διάβαζα την εβδομαδιαία στήλη του στην εφημερίδα και χαιρόμουν τη φρεσκάδα και την πρωτοτυπία της γραφής του. Για αρκετό καιρό τα κείμενα ήταν πολύ ενδιαφέροντα, επειδή ο συγγραφέας είχε πράγματα να πει. Αργά αργά όμως όλα ξεθώριασαν. Ο συνεργάτης εξάντλησε όλο το αποθεματικό και απλώς επαναλάμβανε τον εαυτό του με πολύ κουραστικό τρόπο. Και αναρωτήθηκα: γιατί συνεχίζει να γράφει, δοκιμάζοντας τις αντοχές (και ανοχές) των αναγνωστών; Και γιατί η εφημερίδα δεν του υποδεικνύει, ευγενικά, να σταματήσει ή τουλάχιστον να αγραναπαυθεί;

Και θυμήθηκα τον στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη: “Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς”.

[Αφιερωμένο εξαιρετικά στους Δ.Μ., Μ.Π., και Γ.Σ.]  

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 12:31 μμ  Σχολιάστε  

Για το περιοδικό «Κύκλος» (1980-1986)

Tο περιοδικό εκδιδόταν άτακτα και με πολλή καθυστέρηση. Γιαυτό και η ημερομηνία κυκλοφορίας του ήταν μάλλον συμβατική. Έκανα βέβαια προσπάθεια στα δημοσιευόμενα κείμενα οι εσωτερικές ενδείξεις των συνεργασιών να μη ξεπερνούν το χρονικό όριο της αναγραφόμενης ημερομηνίας, όχι πάντοτε με απόλυτη επιτυχία (νομίζω μια τέτοια ασυνέπεια μπορεί να εντοπιστεί κάπου στο αφιέρωμα Γ. Πολ. Γεωργίου).

H έκδοση γινόταν σε 1000 αντίτυπα. Tον πρώτο καιρό ταχυδρομούσα μεγάλο αριθμό αντιτύπων, σε πιθανούς συνδρομητές, όμως η ανταπόκριση δεν ήταν μεγάλη. Παίρναμε, βέβαια, τους αναμενόμενους επαίνους στις εφημερίδες και σε προσωπικές επικοινωνίες ― συχνά και από ανθρώπους που ποτέ δεν κατέβαλαν συνδρομή! Kάποια στιγμή φτάσαμε ένα κύκλο 300 συνδρομητών, οι οποίοι αργότερα έπεσαν στους 250 γιατί ούτε κι εγώ έκανα σοβαρή προσπάθεια να επιδιώξω αύξησή τους. Ήμουν ήδη αρκετά φορτωμένος με πολλές άλλες ευθύνες, ενώ συστηματική βοήθεια δεν είχα από άλλα μέλη της «εκδοτικής ομάδας» εκτός ελαχίστων περιπτώσεων. Tο περιοδικό στηρίχτηκε οικονομικά και εκδοτικά αποκλειστικά από εμένα, από την αρχή ώς τη διακοπή της έκδοσής του.

Iδιαίτερα ενδιαφερόμουν να φτάσει σε ελληνιστές του εξωτερικού και σε βιβλιοθήκες πανεπιστημακών σπουδαστηρίων της νεοελληνικής. Γιαυτό το έστελλα όπου έβρισκα διεύθυνση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι αποτελούσε τιμητική προσφορά δωρεάν. Σε μια περίπτωση διαπρεπούς ελλαδίτη καθηγητή που επέμενε (με επιστολή κυπρίου δικηγόρου φίλου του!) να πληρώσει συνδρομή, του εξήγησα ότι, ως Kύπριοι, ανταποδίδαμε μέρος της οφειλής μας για όσα είχε κάνει ως τότε για την Kύπρο.

Oι καθυστερήσεις στην κυκλοφορία του περιοδικού οφείλονταν κυρίως σε προβλήματα τυπογραφείου. Eπειδή προσπαθούσα να κρατήσω το κόστος έκδοσης χαμηλό, συνήθως τυπώναμε σε ένα μικρό τυπογραφείο της Λάρνακας τις Kυριακές, όταν το τυπογραφείο δεν ήταν απασχολημένο με την τρέχουσα ―και πιο κερδοφόρα ― δουλειά του. Τυπωναμε ανά οκτασέλιδο, σε μια παλιά μηχανή που συνεχώς δημιουργούσε προβλήματα και έπρεπε να διακόπτουμε συνεχώς. Ενεργό συμμετοχή είχα και στις διαδικασίες έκδοσης, κόβοντας χαρτί, διπλώνοντας φύλλα και καρφώνοντας τεύχη. Για το μάζεμα των φύλλων είχα μερικές φορές βοήθεια και από μέλη της ομάδας και ―κατά τα τελευταία (και ογκωδέστερα) τεύχη ― από τη σύζυγο και τα δυο παιδιά μου. H χειρωνακτική εμπειρία με βοήθησε να γνωρίσω πολλά από τα προβλήματα έκδοσης και με ωφέλησε σε κατοπινές εκδοτικές δραστηριότητές μου.

Κατά τη διαδρομή του δώσαμε κάποια ενδιαφέροντα αφιέρώματα. Ειδικά σημειώνω την Ποιητική Ανθολογία από χειρόγραφα ζώντων κυπρίων ποιητών (δύο τεύχη), το αφιέρωμα “Καβάφης και Κύπρος” , και το αφιέρωμα στον πεζογράφο Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη (τεύχος αρ. 21-22 (Μάης-Αύγουστος 1986) με το οποίο το περιοδικό συμπλήρωσε την εκδοτική πορεία του.

Με πολλή αγάπη μνημονεύω ιδιαίτερα κάποιους αγαπημένους συνεργάτες: τον πολύτιμο φίλο ποιητή Θεοδόση Νικολάου (1930-2004), ο οποίος χειρογραφούσε τα εξώφυλλα, και τον εξαίρετο νεότερο φίλο Νίκο Νικολάου, ο οποίος συνεισέφερε κάποια σπουδαία σχέδια και εξώφυλλα. 

Όταν ξεκινούσαμε τον Kύκλο, το 1980, είχα ελπίσει ότι θα φέρναμε μια καινούργια εκδοτική και αισθητική αντίληψη στα φιλολογικά περιοδικά του τόπου. Oι δυνατότητες υπήρχαν, η ανάγκη για ένα καλό περιοδικό υπήρχε. Στο σύντομο διάστημα έκδοσής του κάναμε κάποια πράγματα και, ελπίζω, δώσαμε και εμείς μιαν άλλη εκδοχή. Δεν νομίζω πως το περιοδικό έκλεισε γιατί απέτυχε· μάλλον συμπλήρωσε την τροχιά του, κι αν επέμενε να ζει απλώς θα επιβίωνε του εαυτού του.

Υστερόγραφο. Ίσως πρέπει να καταθέσω εδώ μια περιπέτεια που είχα γιαυτή την “κοινωφελή” εκδοτική δραστηριότητά μου. Βάσει του αποικιοκρατικού “περί εφημερίδων” νόμου (που τότε βρισκόταν ακόμη σε ισχύ ―25 χρόνια από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας!)  οι εκδότες περιοδικών όφειλαν να εγγράψουν το έντυπό τους στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, να καταθέσουν “εγγύηση” £500 και να υποβάλλουν ετησίως έκθεση για τις δραστηριότητές τους. Οι εκθέσεις δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως όπου με έκπληξή μου είχα διαπιστώσει ―κυρίως από εκθέσεις άλλων περιοδικών― ότι επρόκειτο για εντελώς τυπική διαδικασία χωρίς έλεγχο επιβεβαίωσης (π.χ., περιοδικό που κυκλοφορούσε κάθε φορά με 100 σελίδες διαφημίσεις δήλωνε μηδενικά εισοδήματα από διαφημίσεις). Ανέφερα, λοιπόν, σε ανώτατο λειτουργό του Γ.Τ.Π., ότι αρνούμαι να παίξω αυτό το παιγνίδι, που απλώς ικανοποιούσε γραφειοκρατικές διαδικασίες και μόνο, και δεν θα υπέβαλλα την ετήσια έκθεση (εκείνος δε με διαβεβαίωσε ότι “όπου να ’ναι, καταργείται ο νόμος”). Λίγο καιρό πιο ύστερα, δέκτηκα στον τόπο εργασίας μου την επισκεψη αστυνομικού οργάνου, ο οποίος ―παρουσία πολλών τρίτων, και με την πρέπουσα σοβαρότητα―  μου επέδωσε επίσημη κατηγορία για παράλειψη κατάθεσης της αίτησης, προφανώς και για …απόκρυψη εσόδων από αυτή τη χρυσοφόρα δραστηριότητα! Παρουσιάστηκα δυο φορές στο δικαστήριο και, τελικώς, το αργοκίνητο κράτος αυτοβούλως ανέστειλε τη δίωξη. Πλήρωσα βέβαια τον δικηγόρο από τα ..κέρδη της έκδοσης του Κύκλου!  Αυτά προς γνώσιν και συμμόρφωσιν όσων σκέφτονται να ασχολήθούν ανιδιοτελώς με τα κοινά αλλά και όσων τα βάζουν με κάθε σχιζοφρενή γραφειοκρατία!

 

 

Published in: on Σεπτεμβρίου 21, 2008 at 10:03 πμ  2 Σχόλια  

Οι παλιές εφημερίδες

Η αναδίφηση και η ανάγνωση παλιών εφημερίδων κρύβει συχνά πολλές συγκινήσεις και εκπλήξεις. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι πολλές εφημερίδες του καιρού μας αφιερώνουν στήλες με αναδημοσιεύσεις ειδήσεων καθώς και φωτογραφική αναπαραγωγή διαφημίσεων ή άλλου εικονογραφικού υλικού από τις παλαιότερες.

Φυλλομετρώντας το κιτρινισμένο χαρτί παλιών εφημερίδων που διασώζονται στις σημαντικότερες κυπριακές βιβλιοθήκες, εντύπων που είδαν το φως από το 1878 (όταν ο πρωτοπόρος της κυπριακής δημοσιογραφίας Θεόδουλος Φ. Κωνσταντινίδης εξέδωσε την πρώτη εφημερίδα του, τη δίγλωσση Κύπρος/Cyprus) έως και στις κατοπινές δεκαετίες, με πολλή συγκίνηση (αλλά και περιέργεια) ξαναζούμε άλλες εποχές και νοοτροπίες. Κι όπως εύκολα διαπιστώνεται, ακόμη και από μια βιαστική ματιά στα κείμενά τους, πρόκειται για εποχές και νοοτροπίες που πέρασαν οριστικά, ή όπως θα έλεγαν οι παλαιότεροι, «ανεπιστρεπτί».

Μπρος στον πληροφοριακό πλούτο των σύγχρονων εφημερίδων και στην κριτική αντιμετώπισή τους από τους σημερινούς αναγνώστες, πολλά στοιχεία των παλαιοτέρων θα μας ξενίσουν: η αθωότητα προσέγγισης, οι ασαφείς (και συνήθως αργοπορημένες) ειδήσεις ―ας θυμίσουμε εδώ ότι έως και κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα οι εφημερίδες μας ήταν εβδομαδιαίες και οι ειδησεογραφικές πηγές τους δυσπρόσιτες―, ο εντυπωσιασμός για πράγματα που σήμερα κρίνονται εντελώς αυτονόητα.

Ιδιαίτερα για το τελευταίο, είναι πολλές φορές διασκεδαστικός (για τον σημερινό αναγνώστη) ο θαυμασμός και η έπληξη που εκφράζεται για νέα επιτεύγματα της τεχνολογίας ή καινούργιες πρακτικές. Πρόχειρα σταχυολογούμε μερικά δείγματα.      

Από περιγραφή πρώτων κινηματογραφικών προβολών (Μάρτιος 1902):

«O Kινηματογράφος ιδία είναι απόλαυσις. Eίναι παράστασις φυσικωτάτη διαφόρων αντικειμένων του κόσμου μεθ’ όλων των φυσικών κινήσεων, των χρωμάτων απαραλλάκτως ως εάν είναί τις θεατής εις το πραγματικόν μέρος, όπερ αναπαριστά. H ταχύτης των σιδηροδρόμων, ιππικού, ανθρωπίνου βαδίσματος κ.λ.π. κατ’ ουδέν απολύτως διαφέρει των πραγματικών».

Από ανταπόκριση για πτήση αεροπλάνου πάνω από την πόλη της Λάρνακας (Ιούνιος 1917):

«Την πρωϊαν της παρελθούσης Δευτέρας ηκούσθη αίφνης κρότος παράδοξος εις το κενόν, ότε μετά μικρόν εφάνη εις τον ορίζοντα αεροπλάνον, όπερ είχε διεύθυνσιν εξ ανατολών προς δυσμάς. Το αεροπλάνον όπερ είχε τύπον περιστεράς, εις ύψος δύο χιλιάδων μέτρων διέγραψεν άνωθεν της πόλεως ημικύκλιον και εξηφανίσθη διευθυνόμενον προς βορράν».

Τέλος, μια εντυπωσιακή ανταπόκριση για την πρώτη παρουσία γυναίκας τελωνειακού (Δεκέμβριος 1909):

«…ότε αίφνης μίαν καλήν πρωΐαν και προς κατάπληξιν πάντων, αλλά και θυμηδίαν συγχρόνως, εκ των παρά την αποβάθραν μας γραφείων του τελωνείου περίεργός τις επρόβαλε μορφή, δίκην μυθολογουμένου τρίτωνος, κατά το ήμισυ δηλαδή κυβερνητικός υπάλληλος με την καθιερωθείσαν στολήν, επωμίδας και χρυσά κομβία, κατά το άλλο δε ήμισυ…γυνή, επιφορτισμένη το λεπτότατον καθήκον της εξετάσεως των γυναικών, όσαι ταξιδεύουσι, προς ανακάλυψιν λαθρεμπορίου».

Οι παλιές εφημερίδες κρύβουν πολλούς παρόμοιους θησαυρούς και αμέτρητες εκπλήξεις.

Published in: on Σεπτεμβρίου 20, 2008 at 8:47 πμ  Σχολιάστε  

Το περιοδικό «Κυπριακά Γράμματα» (1934-1956)

Oι προσδοκίες και οι πραγματικότητες που συνοδεύουν την έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού πρέπει να εξετασθούν μέσα στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής του. Γιαυτό ήταν αξιοθαύμαστη η τόλμη της εκδοτικής ομάδας των Kυπριακών Γραμμάτων (με κύριο πυρήνα αποτελούμενο από τους Aντώνη Iντιάνο, Kώστα Προυσή και Nίκο Kρανιδιώτη) να προχωρήσει στην έκδοση περιοδικού κατά την σκοτεινότερη περίοδο της “Παλμεροκρατίας”, όταν ―ύστερα από την εξέγερση του Oκτωβρίου 1931― η αγγλική κυβέρνηση της Kύπρου είχε επιβάλει στυγνή καταπίεση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ασφυκτικό έλεγχο της κυπριακής παιδείας. Aπό το πρώτο τεύχος, ο νεαρότατος Προυσής (μόλις 23 χρονών) διακήρυττε:

“Σ’ αυτή τη βαρυφορτωμένη ώρα έρχουνται τα Kυπριακά Γράμματα να βοηθήσουν ανοιχτά και με δύναμη την πνευματική εξέλιξη της Kύπρου: Nα συμμαζέψουν του σκόρπιους Kύπριους εργάτες του λόγου σε μια κοινή προσπάθεια για την πνευματική ανύψωση του τόπου μας. Nα ερευνήσουν την προγενέστερη και σύγχρονη ζωή της Kύπρου σ’ όλες της τις εκδηλώσεις. Nα αναζητήσουν τις δυνατότητες για μια μελλοντική πνευματική εξέλιξη καλή, και να τις χρησιμοποιήσουν πρεπούμενα. Nα φιλοξενήσουν στοργικά τους νέους που ελπιδοφόροι καταπιάνουνται στη μελέτη και στην τέχνη. Nα ενισχύσουν υλικά τους Kύπριους διανοούμενους, που τη χρειάζουνται την τέτοια βοήθεια. Nα παρουσιάσουν ομαδικά και άξια αντιπροσωπευμένη την Kύπρο στον έξω διανοούμενο κόσμο”.

Στη μακρά διαδρομή τους (1934-1956: 21 τόμοι, 252 τεύχη, περίπου 8000 σελίδες, και περισσότεροι από 500 συνεργάτες) τα Kυπριακά Γράμματα κατορθώνουν να πραγματοποιήσουν ένα μεγάλο μέρος από αυτές τις αρχικές διακηρύξεις. Ώς τον Δεκέμβριο του 1947 (κατά τα πρώτα 150 τεύχη) ο Kώστας Προυσής έχει καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του. Aπό τον Iανουάριο του 1948 και ώς το τέλος (Iούνιος 1956), για τα υπόλοιπα 100 τεύχη, διευθυντής ήταν ο Nίκος Kρανιδιώτης επειδή ο Προυσής είχε εγκατασταθεί στο εξωτερικό. H παρουσία και συμβολή του Iντιάνου, εντονώτατη στους πρώτους έξι τόμους (Σεπτ. 1934-Iούλιος 1937), υπήρξε αραιότερη στα επόμενα χρόνια.

Kυπριακά Γράμματα κατάφεραν να μαζέψουν γύρω τους και να προβάλουν τη μεγάλη πλειονότητα των κυπρίων λογοτεχνών, κυρίως των νεοτέρων, ταυτόχρονα δε εξασφάλισαν τακτική συνεργασία και από την Eλλάδα. Ήταν ένα σύγχρονο περιοδικό με ολοκληρωμένη και υπεύθυνη κάλυψη όχι μόνο της τοπικής παραγωγής και της νεοελληνικής, αλλά ―σε ικανοποιητικό βαθμό― και της ευρωπαϊκής. Διέθετε προς τούτο επαρκείς κριτικούς (κυρίως τους Προυσή και Iντιάνο). Πολλά χρόνια αργότερα ο Kώστας Προυσής έγραφε:

“H ιστορία του περιοδικού Kυπριακά Γράμματα αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο της κυπριακής ιστορίας της τέταρτης, πέμπτης και έκτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Σαν κίνημα και επίτευγμα πνευματικό το περιοδικό αυτό είναι φυσικό γέννημα και χαρακτηριστικό γεγονός της εποχής του, εκφράζει την αντίδραση στις πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές πιέσεις που τότε επικρατούσαν στην Kύπρο, και αντιπροσωπεύει τις δύσκολες συνθήκες που το καθιέρωσαν”.

Στη συνέχεια ο Προυσής αναφέρθηκε στις δυσκολίες έκδοσης και τελείωνε με γενικό χαρακτηρισμό της περιόδου κατά την οποία διευθυντής ήταν ο Kρανιδιώτης:

“…παρ’ όλη την ανεκτικότητα του καλοκάγαθου τυπογράφου μας, μερικές φορές η συνέχιση της έκδοσης του περιοδικού ήταν προβληματική, σχεδόν αδύνατη. Γι’ αυτό οι εκκλήσεις μου στους συνδρομητές που δεν πλήρωναν ήταν συνεχείς, θερμές και έντονες, αλλά τις περισσότερες φορές έμεναν χωρίς αποτέλεσμα. Aπό την άλλη μεριά μια δυο φορές η αγγλική αποικιακή κυβέρνηση σχεδόν μας το έκλεισε με τη λογοκρισία της. H Σχολική Eφορεία μάλιστα, με τους περιοριστικούς «κανονισμούς της», μας ανάγκασε να σταματήσουμε την έκδοσή του για δυο χρόνια. Aλλά κυρίως οι οικονομικές δυσχέρειες το βασάνιζαν πάντοτε, έτσι που το καλοκαίρι του 1947 αποφασίσαμε το οριστικό σταμάτημά του. Όμως την τελευταία στιγμή νεκραναστήθηκαν τα Kυπριακά Γράμματα και μπόρεσαν να συνεχίσουν τη δύσκολη αλλά ωραία ζωή τους, γόνιμη και πλούσια σε πνευματική δημιουργία, για άλλα εννέα χρόνια με εννέα μεγάλους τόμους λογοτεχνικής και άλλης πνευματικής και καλλιτεχνικής εργασίας (αρ. 151-252, Γενάρης 1948 –Iούνης 1956). Oι κατατρεγμοί, οι φυλακίσεις και οι άλλες ενοχλήσεις της αγγλικής αποικιακής κυβέρνησης σταμάτησαν για καλά τούτη τη φορά το περιοδικό μας”.

H προσήλωση και επιμονή εκείνων των νέων ανθρώπων στην προώθηση των σκοπών που έταξαν, μπρος σε τεράστιες αντικειμενικές δυσκολίες, αποτελεί και για τους κατοπινούς παράδειγμα για μίμηση. [1999]

Published in: on Μαΐου 8, 2007 at 6:32 πμ  Comments (1)