Ψηφίδες [xiii]

Σημειολογικά παρεπόμενα

Στο προηγούμενο σημείωμα γινόταν αναφορά σε αφιέρωση του Κώστα Μόντη που υποδήλωνε προηγηθείσα διαφωνία του με τον γράφοντα. Όμως περιστατικά παρόμοιων αφιερώσεων με σημειολογική σημασία δεν είναι σπάνια, έστω κι αν πολλές φορές δεν αποκαλύπτονται επειδή έμειναν ασχολίαστα από τους παραλήπτες τους ή δεν διευκρινίστηκαν από γεγονότα στις σχέσεις μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη. Πιο κάτω αναφέρω δύο:

     Πριν από αρκετά χρόνια έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο του Γλαύκου Aλιθέρση, Tο πρόβλημα του Kαβάφη (Aλεξάντρεια: Έκδοση Σπύρου N. Γρίβα, Aλεξάντρεια 1934), με την ακόλουθη αφιέρωση του συγγραφέα: “Στο φίλο A. Kατράρο, με τη θερμή παράκληση να μαρτυρήση κάτι για τον Kαβάφη TYΠO, που γνώρισε τόσο καλά. M’ εχτίμηση Γλ. Aλιθέρσης”. Αποδέκτης του αντικαβαφικού μελετήματος ήταν ο Aτανάζιο Kατράρο, φίλος του Kαβάφη (βλ. και Aτανάζιο Kατράρο, O φίλος μου ο Kαβάφης, μετάφρ. Aριστέα Pάλλη, Aθήνα: Ίκαρος, 1970) και το βιβλίο έφθανε στα χέρια του Κατράρο σε περίοδο κορύφωσης της ψυχρότητας στις σχέσεις μεταξύ Αλιθέρση και Καβάφη.

     Το βιβλίο άρχιζε με το ακόλουθο κείμενο: “H καθαρή αξία της προσωπικότητας του Kαβάφη, νομίζω δε βρίσκεται τόσο στην ποίησή του, όσο στις ‘φήμες’ που ο μεγάλος εκείνος ηθοποιός κατόρθωσε να δημιουργήση. O Kαβάφης δημιούργησε φήμες για τη ζωή του και φήμες για την τέχνη του…” Για τον Kατράρο όλα αυτά ήταν, προφανώς, πολύ ενοχλητικά. Mε μαύρο μελάνι υπογράμμισε τη λέξη ηθοποιός και τη φράση δημιούργησε φήμες για τη ζωή του και φήμες για την τέχνη του και εγκατέλειψε την ανάγνωση, αφήνοντας άκοπο το υπόλοιπο βιβλίο. Ήταν κάποιο είδος κριτικής στάσης για τις απόψεις του Αλιθέρση έναντι του φίλου του.

     Τον Ιούλιο του 1983, σε “Αφιέρωμα στην κυπριακή λογοτεχνία” του περιοδικού Αντί, είχα δημοσιεύσει εκτενές “Σχεδίασμα χρονολογίου της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας (1878-1982)” ―κάτι που έως τότε για πρώτη φορά γινόταν― και ανάμεσα σε αρκετές εκατοντάδες εγγραφές, στις εκδόσεις για το 1959 περιλαμβανόταν και η ποιητική συλλογή του Κύπρου Χρυσάνθη, Πάθος για ένα λεύτερο ουρανό. Λίγες μέρες πιο ύστερα λάβαινα από τον συγγραφέα το βιβλίο του Επιλογή κριτικών (Ποίηση), που μόλις είχε κυκλοφορήσει, με την “επιθετική” αφιερωματική υπόδειξη (αφού προηγουμένως, με εμφανή νευρικότητα, διέγραψε αφιέρωση προς άλλο αποδέκτη): “Σου το αποστέλλω κε Σταυρίδη, ίσως πληροφορηθείς πως το πρώτο μου βιβλίο δεν βγήκε το 1959 όπως γράφεις στο Αντί. Προηγήθηκαν άλλα οκτώ βιβλία. Κ. Χρυσάνθης, 1983”. Από τα συμφραζόμενα του δημοσίευματός μου, θα μπορούσε, ίσως, κάποιος να συμπεράνει ότι το βιβλίο του αποτελούσε πρώτη παρουσία του ποιητή στα κυπριακά γράμματα, όμως αυτό δεν ήταν στις προθέσεις μου κι ούτε υπέκρυβε σκοπιμότητα παραγνώρισης του προηγούμενου έργου του ή άγνοια. Ήταν μονάχα θέμα προσωπικής εκτίμησης της σημασίας εκείνου ακριβώς του βιβλίου για τη συγκεκριμένη χρονιά. Με τον Κύπρο Χρυσάνθη μας συνέδεε πάντοτε εγκάρδια και πολύ φιλική σχέση ―και πριν και έως το τέλος της ζωής του.    

Advertisements
Published in: on Φεβρουαρίου 1, 2009 at 12:44 μμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [xii]

Κώστας Μόντης

Τον Σεπτέμβριο του 1957 δύο ποιήματά μου δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους. Ήταν τα πρώτα που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας σε κυπριακό περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας. (Μία παλαιότερη προσπάθειά μου, στα Κυπριακά Γράμματα, είχε μείνει ανολοκλήρωτη: η πρόθεση δημοσίευσής τους βρίσκεται καταγραμμένη στη στήλη αλληλογραφίας του τελευταίου τεύχους του περιοδικού, πριν από την οριστική αναστολή της έκδοσής του). Στο ίδιο τεύχος του Τάιμς οφ Σάιπρους, στη στήλη αλληλογραφίας, δημοσιευόταν σύντομο σημείωμα του Κώστα Μόντη, επιμελητή της φιλολογικής στήλης, επαινετικό για τα νεανικά εκείνα ποιήματα και πρόσκληση να τον επισκεφθώ όταν θα βρισκόμουν στην Κύπρο (σπούδαζα τότε στο εξωτερικό). Η τιμή που γινόταν σε ένα πρωτοεμφανιζόμενο “συγγραφέα” από τον σεβαστό ποιητή ήταν πολύ μεγάλη. Τον συνάντησα στο γραφείο του, κάπου στην αρχή της οδού Λήδρας ―αν θυμάμαι καλά, και εντυπωσιάστικα από τη φιλική προσέγγισή του, που ήταν χωρίς καμιά διάθεση προσωπικής προβολής ή πατροναρίσματος. Όπως αργότερα διαπίστωσα η δική μου εμπειρία δεν ήταν η μοναδική. Ο Κώστας Μόντης συχνά στήριζε νέους δημιουργούς και δεν είναι λίγοι σήμερα που του οφείλουν πολλά για τη συμπαράσταση που τους πρόσφερε στα πρώτα βήματά τους.

     Στα χρόνια που ακολούθησαν είχαμε πολλές ευκαιρίες συναντήσεων, μερικές φορές και με τη συμμετοχή του Ανδρέα Χριστοφίδη, κοινού μας φίλου. Μοναδική περίπτωση κάποιας ―παροδικής― ψυχρότητας στις σχέσεις μας υπήρξε ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια εκπομπής στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), το 1980.

     Το ραδιοφωνικό τμήμα του ΡΙΚ παρουσίαζε τότε σειρά εκπομπών με τίτλο “Με τους δημιουργούς μας”: μια μικρή ομάδα δημιουργών ή ασχολουμένων με θέματα λογοτεχνίας, διαφορετική κάθε φορά, συνομιλούσε για το έργο ενός συγγραφέα, στην παρουσία του ιδίου, ο οποίος διάβαζε και δείγματα από το έργο του ή απαντούσε σε ερωτήματα. Η συγκρότηση της ομάδας γινόταν πάντοτε σε συνεργασία με τον τιμώμενο και το πρόγραμμα ήταν ηχογραφημένο.

     Στην εκπομπή για τον Κώστα Μόντη, εκτός από τον ίδιο, λάβαιναν μέρος ο Άνθος Λυκαύγης και ο Θεοκλής Κουγιάλης ―αν θυμάμαι σωστά, και ο γράφων. Παραγωγός της εκπομπής ήταν ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, λειτουργός στο ΡΙΚ.

     Ξεκινήσαμε και οι τρεις με γενικές τοποθετήσεις για το ποιητικό του έργο και προχωρήσαμε σε παρουσίαση διαφόρων πτυχών του. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν αψεγάδιαστα θετική και χωρίς οποιαδήποτε υποψία κριτικής διάθεσης, τόσο που ύστερα από λίγη ώρα άρχισε να βαραίνει και κάποιες απόψεις να επαναλαμβάνονται. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η “κοιλιά” αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε γενικευμένη ατονία της συνομιλίας. Βλέποντας τον κίνδυνο σκεφτηκα πως έπρεπε να ανανεωθεί το ενδιαφέρον, ίσως με μια ήπια κριτική νύξη.

     Όταν ήλθε η σειρά μου, άρχισα με αναφορά στα ιδιωματικά ποιήματα του Μόντη ―στην πλειονότητά τους αισιόδοξα, σε αντίθεση με το υπόλοιπο έργο του― εκφράζοντας την ιδιαίτερη αγάπη μου γι’ αυτά και προχώρησα να υπογραμμίσω τη μεγάλη εκτίμησή μου στις Στιγμές του ως καθοριστική ενότητα στην ποίησή του. Έκλεισα με το “ρητορικό” ερώτημα αν, παρά τη μεγάλη σημασία τους στο έργο του και την επίδρασή τους στη νεοελληνική ποίηση, τελικώς, ως ποιητικό είδος, εγκλώβισαν τον δημιουργό.

     Η άποψη εκφράστηκε νηφάλια και καλοπροαίρετα, με στόχο πάντοτε να αναζωογονηθεί η συνομιλία και δεν περίμενα ότι τούτο θα ενοχλούσε τον ποιητή. Αντέδρασε έντονα, αμφισβητώντας τις καλές προθέσεις των λόγων μου, και η ηχογράφηση προς στιγμήν διακόπηκε. Όταν ησύχασαν τα πνεύματα η εγγραφή ξανάρχισε και συνεχίστηκε έως το τέλος χωρίς πρόβληματα. Μετά την ολοκλήρωση της εκπομής ήλθε στο θάλαμο ο παραγωγός, λέγοντας “Πήγαμε πολύ καλά. Ξεπεράστηκε λίγο το χρονικό όριο, όμως θα το αντιμετωπίσουμε”. Ο Κώστας Μόντης πρόσθεσε: “Τότε να αφαιρέσετε αυτά που είπε ο κύριος Σταυρίδης”. Ο Χαραλαμπίδης χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτε. Σήμερα, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια, δεν θυμάμαι πώς αντιμετωπίστηκε το “επίμαχο” τμήμα της εκπομπής, έχω όμως την εντύπωση ότι μεταδόθηκε, χωρίς ενδείξεις της αναστάτωσης που είχε προκαλέσει. Ως παρεπόμενο, λίγες μέρες αργότερα έλαβα ταχυδρομικώς από τον ποιητή τη συλλογή του Κύπρια Ειδώλια, που μόλις είχε κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: Στο Φοίβο Σταυρίδη που φοβήθηκε τηνν επίδραση των “Στιγμών”! Κώστας Μόντης 26.10.1980.

        Ύστερα από κάποιες εβδομάδες πήρα από τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, από τη Θεσσαλονίκη, φωτοτυπία πρόσφατης μελέτης του ούγγρου νεοελληνιστή Szabo Kalman διήγημα του Κώστα Μόντη. Κρίνοντας ότι ο Μόντης δεν το γνώριζε, του το έστειλα· αυτό ήταν αρκετό να διαλύσει όποια νέφη είχαν μαζευτεί παλαιότερα. 

Published in: on Ιανουαρίου 28, 2009 at 6:06 μμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [x]

Το περιοδικό «Μικροφιλολογικά»

Δεύτερη εμπλοκή μου με την έκδοση περιοδικού, ύστερα από το περιοδικό Ο Κύκλος (1980-1986), ήταν τα Μικροφιλολογικά. Όμως, ενώ στο πρώτο είχα όλη την ευθύνη έκδοσης και οικονομικής στήριξης, εδώ υπήρχε η ενεργός συμμετοχή δύο (νεότερων) συνεκδοτών: του φιλόλογου Σάββα Παύλου και του πανεπιστημιακού Λευτέρη Παπαλεοντίου. Χωρίς την ουσιαστική συμβολή τους είμαι βέβαιος πως δεν θα αποτολμούσα μόνος και δεύτερη εκδοτική περιπέτεια.

     Η συνεργασία μας καθ’ όλη την έως σήμερα διαδρομή του περιοδικού στάθηκε υποδειγματική: σεβασμός στην άποψη του άλλου, ισότιμη αντιμετώπιση και διάθεση προσφοράς ―στοιχεία που έδεσαν συντροφικά και φιλικά την ομάδα. (Σκέφτομαι καμιά φορά ότι το μόνο που σταθερά μας χώριζε, και που ίσως τελικά λειτουργησε ως πρόσθετο συνδετικό στοιχείο, ήταν η διαφορά ηλικίας: ήμουν δεκατρία χρόνια μεγαλύτερος από τον πρώτο και είκοσι από τον δεύτερο).

     Ξεκινήσαμε τους προβληματισμούς μας το 1996. Είχα προσέξει ότι κάθε φορά που έπαιρνα στα χέρια μου ένα φιλολογικό περιοδικό άρχιζα την ανάγνωση από τις πίσω σελίδες σχολίων και μικρών σημειωμάτων τα οποία, λόγω συντομίας και ποικιλίας, ήταν πιο “φιλικά” και πιο ενδιαφέροντα για να διαβαστούν κατά προτεραιότητα. Το ανέφερα στις συναντήσεις μας και ύστερα από σχετικές συζητήσεις αποφασίσαμε ότι το περιεχόμενο του περιοδικού μας θα ήταν αποκλειστικά αφιερωμένο σε τέτοιες σύντομες φιλολογικές συμβολές. Η επιλογή αυτή θα βοηθούσε και στη δημοσίευση παρεμφερούς υλικού που συγκεντρωνόταν κατά την ετοιμασία μεγαλύτερων εργασιών αλλά για διάφορους λόγους δεν μπορούσε να ενταχθεί σε αυτές· προσφέραμε, δηλαδή, ευκαιρίες σύντομης δημοσίευσης υλικού που άλλως θα παρέμενε για πολύ καιρό χαμένο στα χαρτιά των ερευνητών και συγγραφέων.

     Ο Σάββας Παύλου είχε ήδη δημοσιέψει σε περιοδικά σύντομα φιλολογικά κείμενα με γενικό τίτλο “Μικροφιλολογικά”, τον οποίο υιοθετήσαμε και για το περιοδικό. Ως σχετικά πιο έμπειρος (τότε) στα εκδοτικά, σχεδίασα το πρώτο τεύχος, το οποίο κυκλοφόρησε την άνοιξη του 1997 κι από τότε τα Μικροφιλολογικά κυκλοφορούν ανελλιπώς δύο φορές το χρόνο (και πάντοτε εμπρόθεσμα) κάτω από την άγρυπνη φροντίδα του Λευτέρη Παπαλεοντίου ―ο οποίος από το τεύχος 19 (Άνοιξη 2006) δηλώνεται και επισήμως ως υπεύθυνος έκδοσης.

     Είχαμε επίσης την καλή τύχη να εξασφαλίσουμε χορηγίες μερικής χρηματοδότησης της έκδοσης (από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ κατά τα πρώτα δύο χρόνια και στη συνέχεια από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού). Ο πρώτος χορηγός χρηματοδότησε και την έκδοση του ογκώδους συλλογικού έργου της ομάδας, Βιβλιογραφία Κυπριακής Λογοτεχνίας (από τον Λεόντιο Μαχαιρά έως τις μέρες μας), που κυκλοφόρησε το 2001. Η πώληση αριθμού αντιτύπων του έργου αυτού μάς έδωσε πρόσθετη οικονομική δυνατότητα να προσθέσουμε συνοδευτική σειρά μικρο-εκδόσεων με τίτλο Μικροφιλολογικά Τετράδια, η οποία περιλάμβανε αυτοτελείς εργασίες μεγαλύτερης έκτασης, που δεν ήταν δυνατόν να φιλοξενηθούν στο περιοδικό. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, έως και το 2007, τόσο τα Μικροφιλολογικά όσο και τα Τετράδια αποστέλλονταν δωρεάν (με δική μας επιβάρυνση και των εξόδων αποστολής) σε μεγάλο αριθμό βιβλιοθηκών, ελληνιστών και άλλων ενδιαφερομένων, στην Κύπρο και στο εξωτερικό.  

     Η ελλαδική κριτική πολλές φορές παρουσίασε με ευμενέστατο σχολιασμό τα νέα τεύχη του περιοδικού. Αν κρίνουμε, επίσης, από την πληθώρα σημαντικών συνεργασιών που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό και τον μεγάλο αριθμό αναφορών/παραπομπών σε αυτές που έγιναν από δημοσιεύματα τρίτων, μπορούμε να είμαστε πολύ ικανοποιημένοι με την αποδοχή του και βέβαιοι για τη χρησιμότητα της προσπάθειας.

     Ύστερα από δώδεκα χρόνια συμμετοχής στην εκδοτική ομάδα του περιοδικού, πιστεύω πως ωριμάζει ο χρόνος επιβεβλημένης αποχώρησής μου και ενδυνάμωσής του με καινούργιο αίμα. Τα Μικροφιλολογικά έχουν πολλά ακόμη να προσφέρουν στη νεοελληνική φιλολογία και θα ήταν ασυγχώρητο κάποιος να παραμένει «κολλημένος στην καρέκλα” όταν οι δυνατότητες ενεργού και ισότιμης συνεισφοράς του αναπόφευκτα μειώνονται από τον αμείλικτο χρόνο.  

Published in: on Δεκέμβριος 2, 2008 at 1:25 μμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [ix]

Εκδοτικά

Όταν το 1972 επέλεξα κάποια ποιήματα για την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου (από σύνολο παραγωγής δεκαπέντε χρόνων), έδωσα τα κείμενα σε τυπογραφείο της Λευκωσίας για να προχωρήσουν. Ελάχιστα γνώριζα τότε για τις δυνατότητες εκδοτικών επιλογών ή άλλες ―υποτυπώδεις, έστω― προδιαγραφές και άφηνα ουσιαστικά ελεύθερο τον τυπογράφο να προχωρήσει όπως εκείνος θα έκρινε! Αν θυμάμαι καλά μοναδικό αίτημά μου ήταν το χαρτόνι εξωφύλλου να περιλαμβάνει “αυτιά”, κάτι που ο τυπογράφος ―με διάφορες προφάσεις― επέλεξε να αγνοήσει. Φαντάζομαι ότι αυτή η λευκή επιταγή προς τυπογράφους δίνεται ακόμη και σήμερα από πολλούς και όχι αποκλειστικά από εκείνους που εκδίδουν για πρώτη φορά, αν κρίνω από τα αποτελέσματα. Από τη μικρή πείρα που απέκτησα μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, κατάλαβα ότι είναι πολύ επικίνδυνο να αφήνεσαι τυφλά στα χέρια των κάθε λογής “ειδημόνων”: τυπογράφων, εκδοτών ή σχεδιαστών εκδόσεων ―όπως συχνά συμβαίνει και με τους ηθοποιούς (αναγνώσεις ποίησης), πολιτικούς (καθημερινότητα), στρατιωτικούς (πόλεμος), ιερωμένους (θεία), ή άλλους.

     Το δεύτερο βιβλίο μου, η ποιητική συλλογή Απομυθοποίηση, κυκλοφόρησε το 1978 από τη σειρά Τα Τετράδια του Ρήγα, την οποία διήθυνε ο ευαίσθητος νεοελληνιστής της διασποράς Αντώνης Μυστακίδης, συγγραφέας περισσότερο γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο Μεσεβρινός ―ο “Δάσκαλος”, όπως επέμενε να τον αποκαλούν οι φίλοι του. Ο Μεσεβρινός πέρα από τις όποιες γλωσσικές και ορθογραφικές εμμονές του, κάποιες από τις οποίες και ο ίδιος αναγνώριζε ότι δεν ήταν εύκολο να γίνουν αποδεκτές ακόμη και από φίλους του, είχε ιδιαίτερες ευαισθησίες για τα προαπαιτούμενα μιας έκδοσης. Αυτός ήταν ο πρώτος άτυπος “δάσκαλός” μου στα εκδοτικά.

     Τον θυμάμαι ένα φθινοπωρινό πρωϊνό Κυριακής στη Λάρνακα, σε μια από τις συχνές ολιγοήμερες επισκέψεις του στην πόλη, όταν από το παράθυρο του διαμερίσματος όπου έμενε, για πολλή ώρα μου υποδείκνυε συνδυασμούς ή παραλλαγές πρασίνου (όπως τις βλέπαμε σε φυλλώματα δέντρων και βλάστηση της περιοχής) ως πιθανές επιλογές για το εξώφυλλο της έκδοσης που προγραμματίζαμε. Ήταν η πρώτη μύησή μου σε εκδοτικούς προβληματισμούς. Συνέχισα να ενημερώνομαι για εκδοτική θεωρία και πράξη, αποκτώντας ό,τι σχετικό, αντιμετωπίζοντας με κριτικό μάτι εκδόσεις προσωπικές ή τρίτων, συζητώντας επιμέρους προβλήματα με ευαισθητοποιημένους φίλους (ένας από αυτούς, πολύ νεότερος, είναι σήμερα ο εγκρατέστερος όλων των “δασκάλων” του) και υιοθετώντας ή αφομοιώνοντας τα καλύτερα στοιχεία τους. Ήταν μια διαδρομή που αποκάλυπτε πολλές κρυμμένες χαρές. Μνημονεύω εδώ και την καθοριστική συμβολή του πολύτιμου φίλου Θεοδόση Νικολάου, ο οποίος πραγματοποιησε λίγες αλλά υποδειγματικές εκδόσεις. Μου είχε πει κάποτε: “Πόσα παιδιά μπορούμε να αποκτήσουμε στη ζωή μας: δύο, τρία, τέσσερα; Θα θέλαμε κάποιο από αυτά να έχει ατέλειες ή ελαττώματα; Το ίδιο και για τα λίγα βιβλία που εκδίδουμε, που είναι και αυτά παιδιά μας: τους οφείλουμε να βλέπουν το φως κατά το δυνατόν άρτια, χωρίς εκδοτικά ψεγάδια ή ελαττώματα”.

     Όλα τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν μια καλή έκδοση (σωστό σχήμα, γραμματοσειρά, μέγεθος στοιχείων, διάταξη και τοποθέτηση κειμένου, περιθώρια, επιλογή χαρτιού, κ.λπ.) πρέπει να έχουν ως απόλυτο στόχο τη φιλικότητά της προς τον αναγνώστη και ποτέ τον εντυπωσιασμό. Το εκδοτικά άψογο βιβλίο σε καλεί να το διαβάσεις, σου δίνεται χωρίς ενοχλητικούς περισπασμούς και αναδεικνύει το τυπωμένο κείμενο.               

Published in: on Νοέμβριος 6, 2008 at 1:38 μμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [viii]

Ο Σάββας Τσερκεζής και το “Ημερολόγιον του βίου μου”

Η αποκάλυψη του χειρόγραφου ημερολόγιου του Σάββα Τσερκεζή μόνο σε “ευτυχή συγκυρία” ―όπως θα έλεγαν οι παλαιότεροι― μπορεί να αποδοθεί.

     Μια μέρα, γύρω στο 1980, ανώτερη λειτουργός προγραμμάτων του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου με ρώτησε αν θα αποδεχόμουν να παρουσιάσω σε τηλεοπτική πολιτιστική εκπομπή κάποιες νέες εκδόσεις. Χωρίς να το καλοσκεφτώ αποδέχτηκα και την επομένη μου έστειλαν πέντε βιβλία. Ρώτησα πόσο χρόνο παρουσιάσης θα είχα στη διάθεσή μου και η απάντηση με άφησε άφωνό: πέντε λεπτά για το σύνολο των πέντε βιβλίων (με πρόσθετη υπόδειξη ότι η παρουσίαση έπρεπε να περιοριστεί μόνο στα “θετικά” των βιβλίων)! Τόσο ο χρόνος όσο και οι περιορισμοί δεν με εύρισκαν σύμφωνο και υπέδειξα ότι θα τιμούσα τη δέσμευση που (αβασάνιστα) είχα αναλάβει, παρακαλώντας όμως να με αποδεσμεύσουν από άλλες μελλοντικές παρουσιάσεις. Σπαταλήσαμε ένα ολόκληρο απόγευμα στους τηλεοπτικούς θαλάμους του ΡΙΚ, οπτικογραφώντας και διαγράφοντας λήψεις με τις παλιές μηχανές του Ιδρύματος. Όμως η προβολή εκείνης της εκπομπής είχε μια απρόσμενη εξέλιξη.

     Λίγες μέρες αργότερα ήλθε στο φαρμακείο μου ένας ηλικιωμένος κύριος από τον Μαζωτό ο οποίος, έχοντας παρακολουθήσει την εκπομπή, έκρινε ότι ήμουν πρόσωπο κατάλληλο να με ενημερώσει ότι κάποιος πεθαμένος θείος του είχε αφήσει χειρόγραφη εξιστόρηση των περιπετειών της ζωής του. Περιληπτικά μου έδωσε στοιχεία της ζωής του θείου, που έδειχναν ότι πράγματι επρόκειτο για άνθρωπο με πολλά και ενδιαφέροντα βιώματα. Φεύγοντας ανέφερε ότι θα περνούσε μιαν άλλη μέρα να φέρει το χειρόγραφο.

     Πέρασε λίγος καιρός ―σχεδόν είχα ξεχάσει το περιστατικό― έως ότου ο κύριος Σάββας Χαϊλής από τον Μαζωτό πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του. Όταν έφερε το δίτομο χειρόγραφο ημερολόγιο του θείου του, Σάββα Τσερκεζή, είχε πια αποφασιστει η τύχη του: μου το παραχωρούσε για να το “χρησιμοποιήσω όπως καλύτερα κρίνω”· μια απόφαση που άνοιγε τον δρόμο αποκάλυψης ενός σπουδαίου κειμένου και γνωριμίας με ένα χαρισματικό κύπριο λαϊκό αφηγητή.

     Και μόνο μια επιφανειακή ανάγνωση ήταν αρκετή να αποκαλύψει τη μοναδικότητα του κειμένου, το οποίο ―με καθαρή γραφή και ελάχιστες διορθώσεις― διαβαζόταν απνευστί. Ξανασυνάντησα τον κύριο Χαϊλή, στη Λάρνακα και στο σπίτι του στον Μαζωτό, για συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικές με τον Σάββα Τσερκεζή και άρχισα να μεταγράφω το ημερολόγιο προσθέτοντας τις αναγκαίες υποσημειώσεις, παράλληλα δε, την ίδια χρονιά (1980), προχώρησα σε πρώτη ανακοίνωση στο περιοδικό Ο Κύκλος, μαζί με ένα δείγμα γραφής. Δυνατότητα έκδοσής του δεν είχα και ο καιρός περνούσε χωρίς να το καταλαβαίνω.

     Λίγα χρόνια αργότερα, με την ευκαιρία διεθνούς συνεδρίου για την κυπριακή μετανάστευση, παρουσίασα ανακοίνωση με θέμα “Στοιχεία για την κυπριακή μετανάστευση των αρχών του αιώνα, μέσα από το ανέκδοτο ημερολόγιο του Σάββα Τσερκεζή”. Το συνέδριο φιλοξενείτο στο Πολιτιστικό Κέντρο της Λαϊκής Τράπεζας και σ’ αυτό συμμετείχε μεγάλος αριθμός αποδήμων. Η ανακοίνωση, εκτός από στοιχεία για τη μετανάστευση, περιλάμβανε λεπτομέρειες για τον συγγραφέα και αποσπάσματα από τις βασανιστικές περιπέτειές του μακριά από την πατρίδα. Η εντύπωση από τις περιγραφές του Τσερκεζή ήταν συγκλονιστική και πολλοί σύνεδροι, σχεδόν με δάκρυα στα μάτια, ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες για τον συγγραφέα και το χειρόγραφό του. Στο διάλειμμα ο υπεύθυνος για το πολιτιστικό κέντρο ανώτερος λειτουργός της τράπεζας, Παναγιώτης Μαλλής, γνωστός μου και από τα μαθητικά του χρόνια στη Λάρνακα, με ρώτησε αν σχεδίαζα έκδοση του ημερολογίου του Τσερκεζή, προσθέτοντας: “Αν δεν έχεις δεσμευθεί αλλού, εμείς αναλαμβάνουμε την έκδοση· έχουμε προτεραιότητα μια και εδώ παρουσιάστηκε το κείμενο σήμερα”. Τον ενημέρωσα ότι δεσμεύσεις έκδοσης από τρίτους δεν υπήρχαν αλλ’ ούτε και δυνατότητα είχα να το εκδώσω ο ίδιος. Όταν οριστικοποιήθηκε η συνεργασία μας δήλωσα ότι ήμουν πρόθυμος να ετοιμάσω την έκδοση χωρίς καμιά οικονομική απαίτηση εκ μέρους μου, με μόνη προϋπόθεση να διατηρήσω απόλυτο εκδοτικό έλεγχο έως και την εκτύπωση. Βάσει προδιαγραφών που είχα δώσει, επιλέγηκαν τα τυπογραφεία Ζαβαλλή. Το βιβλίο τυπώθηκε τον Μάρτιο του 1988 και αμέσως γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Κρίθηκε πολύ θετικά σε Ελλάδα και Κύπρο, ανθολογήθηκε, μεταδόθηκε (σε συνέχειες) από ραδιοσταθμούς. (Ανατυπώθηκε το 1993, το 2007 κυκλοφόρησε σε δεύτερη ―επαυξημένη― έκδοση, και εκτυπώθηκαν συνολικά 4500 αντίτυπα).

     Για όσους δεν γνωρίζουν ήδη τον συγγραφέα του σπουδαίου αυτού αυτοβιογραφήματος, μεταφέρω εδώ ένα ενημερωτικό απόσπασμα από τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης: 

     “O πολύπλαγκτος Kύπριος που ακούει στο όνομα Σάββας Tσερκεζής καταγράφει στο Hμερολόγιον του βίου μου μια εποχή μεγάλου ιστορικο-κοινωνικού ενδιαφέροντος, για την οποία ελάχιστες προσωπικές μαρτυρίες διαθέτουμε. Tο αυτοβιογράφημα καλύπτει την περίοδο 1880-1924 σε σύνολο ζωής σχεδόν ενενήντα χρόνων (1874-1963), σίγουρα όμως ιστορεί το αξιολογότερο κομμάτι στης ζωής του συγγραφέα.

     Tα μεγάλα αστικά κέντρα της ανατολικής Mεσογείου με τις πολυάνθρωπες ελληνικές κοινότητές τους, η Σμύρνη και η Aλεξάνδρεια κατά κύριο λόγο, και σε μικρότερο βαθμό άλλα, όπως η Bηρυτός και η Iόππη, υπήρξαν σημαντικοί χώροι διασποράς Kυπρίων μεταναστών της εποχής. Νεαρός μετανάστης ο συγγραφέας κινείται αναζητώντας εργασία σε όλους αυτούς τους τόπους και μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες του αναπλάθει τον παλμό της ζωής τους.

     Tο ημερολόγιο περιγράφει επίσης τις συνθήκες ζωής και εργασίας των Eλλήνων μεταναστών Aμερικής κατά την περίοδο 1908-1923 (κι εδώ ας θυμηθούμε ότι η άφιξη του Tσερκεζή στις Hνωμένες Πολιτείες συμπίπτει χρονολογικά με τη μεγαλύτερη αύξηση μεταναστευτικού ρεύματος, από την Eλλάδα και από τις κοινότητες του υπόδουλου Eλληνισμού, προς την Aμερική).

     Tρίτος χώρος αναφοράς είναι οι ελληνικοί πόλεμοι του 1897 και του 1912-1913, στους οποίους ο συγγραφέας μετέχει ως εθελοντής. H ημερολογιακές καταγραφές των δυο πολέμων είναι ιδιαίτερα λεπτομερειακές και αποτελούν σημαντική προσωπική μαρτυρία δραματικών γεγονότων της νεότερης ιστορίας μας. H ακρίβεια των παρατηρήσεων είναι αξιοσημείωτη όπως μπορεί να επιβεβαιωθεί και από πολυάριθμες άλλες πηγές ή μαρτυρίες της εποχής”.

     Σημειώνω εδώ ότι στη δεύτερη έκδοση του Ημερολογίου προστέθηκε συμπληρωματικό αυτοβιογραφικό υλικό που εντοπίστηκε αρκετά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, καθώς και ολόκληρο το έργο του Σάββα Τσερκεζή “Ο ασύλληπτος κλέπτης”, ένα ιδιόμορφο κείμενό του, με στοιχεία θεατρικής γραφής και πεζογραφήματος.  

Published in: on Οκτώβριος 25, 2008 at 11:12 πμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [vii]

Ανδρέας Χριστοφίδης

Συμπληρώθηκαν φέτος δέκα χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Ανδρέα Χριστοφίδη (πέθανε σε ηλικία μόλις 61 ετών)· ήταν μια από τις πιο χαρισματικές πνευματικές φυσιογνωμίες της Κύπρου των τελευταίων πενήντα χρόνων, άνθρωπος με μεγάλο εύρος ενδιαφερόντων ―όχι μόνο πνευματικών― και ζωντάνια που εκφραζόταν με γνήσια κοινωνικότητα και χάρη. Είχαμε γνωριστεί πολύ ενωρίς κατά τη δεκαετία του ’60 και διατηρήσαμε στενή φιλία έως το τέλος της ζωής του. Η προσωπική μας σχέση θεμελιώθηκε πολύ πριν αναλάβει σημαντικά δημόσια αξιώματα και για τούτο διατήρησε όλα τα στοιχεία ανιδιοτελούς φιλίας και εκτίμησης. Ελπίζω να μου δοθεί και αλλού η ευκαιρία να αναφερθώ σ’ αυτόν ως ποιητή και άνθρωπο, όμως εδώ θα καταθέσω δύο περιστατικά που δείχνουν την ακεραιότητά του και τον κριτικό λόγο του.

     Γύρω στο 1968-1969 συμμετείχα σε εκπομπή του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου όπου ως φιλοξενούμενος είχα να απαντήσω σε ερωτήσεις για τις μουσικές και αναγνωστικές επιλογές μου, στην υποθετική περίπτωση που ήμουν αναγκασμένος να απομονωθώ σε κάποιο ερημικό μέρος (μια κυπριακή προσαρμογή του ξένου προγράμματος “Desert Island Discs”, ενός από τα δημοφιλέστερα και μακροβιότερα ραδιοφωνικά προγράμματα όλων των εποχών). Ο φιλοξενούμενος έπρεπε να είναι  έτοιμος να δικαιολογήσει τις επιλογές του. Βρισκόμασταν στις μαύρες μέρες της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και οι πιέσεις να συμμορφωθεί η Κύπρος προς τις όποιες “εθνωφελείς” επιταγές τους ήταν αφόρητες. Δεν θυμούμαι ποιες ήταν οι μουσικές επιλογές μου, “αγκάθι” όμως αποτέλεσε το κείμενο που ήθελα να διαβάσω. Όταν είπα στον συντονιστή λειτουργό τι θα διάβαζα έδειξε να ενοχλείται και να δυσανασχετεί, υποδεικνύοντάς μου ότι αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στο ΡΙΚ. Παραθέτω κάποια επίμαχα αποσπάσματα από το εκτενέστερο κείμενο που θα διάβαζα (από την Ιστορία του Θουκυδίδη, στη θαυμάσια μετάφραση της Έλλης Λαμπρίδη, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εποχές τον Αύγουστο του 1963):

Και νόμισαν πως είχαν το δικαίωμα ν’ αλλάξουν και τη συνηθισμένη ανταπόκριση των λέξεων προς τα πράγματα για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους […] Αιτία για όλ’ αυτά είναι η όρεξη ν’ αποχτήσουν δύναμη οι άνθρωποι από απληστία και φιλοδοξία […] και δεν εδίστασαν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν την αρχή είτε καταδικάζοντας τους αντιπάλους με άδικη ψήφο του λαού, είτε με βίαιο πραξικόπημα, να χορτάσουν τη φιλοδοξία τους της στιγμής.

     Όταν ο συντονιστής επέμεινε να διαβάσω κάτι άλλο λιγότερο ενοχλητικό υποχρεώθηκα να δηλώσω ότι σε τέτοια περίπτωση θα αποχωρούσα ακυρώνοντας την ηχογράφηση. Ενώ συζητούσαμε, χωρίς να διαφαίνεται σημείο συμφωνίας, μπήκε στο γραφείο ο Ανδρέας Χριστοφίδης, Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ, ο οποίος ―ενήμερος για την επίσκεψή μου― ήλθε να με χαιρετίσει. Του είπα τότε για τις επιφυλάξεις του λειτουργού και χωρίς δεύτερη σκέψη δήλωσε επί λέξει: “Μα είναι κείμενο του Θουκυδίδη. Να διαβαστεί ως έχει, και όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται”. Η εκπομπή ηχογραφήθηκε και μεταδόθηκε ως είχε προγραμματιστεί. 

Τον Οκτώβρη του 1972 και ενώ ένα “Ετος Βιβλίου” (που είχε προαγγελθεί με τις συνήθεις κενής σημασίας τυμπανοκρουσίες) πλησίαζε στο τέλος του, με τον Παντελή Μηχανικό παρακολουθήσαμε ομιλία του Ανδρέα Χριστοφίδη με θέμα “Το έτος βιβλίου και η Κύπρος”. Όπως ήταν γνωστό, ο ομιλητής διέθετε αξιοζήλευτη ικανότητα τόσο στον γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο, μάλιστα κάποια από τα γραπτά κείμενά του ήταν προϊόντα απευθείας υπαγόρευσης στη γραμματέα του. Μεταφέρω ένα μικρό δείγμα από όσα είχε πει :

     “Σας έρχεται στο νου καμιά ουσιαστική ενέργεια  με αφετηρία τα όσα έγιναν αυτά τα έτη, οποιαδήποτε πράξη που να έμεινε πίσω στο πέρασμα του χρόνου, ν’ αφήσει τα ίχνη της σ’ αυτή τη Γη; Φυσικά έχουμε το Εθνικό ή το Πολιτικό μας πρόβλημα ―ανάλογα με τη ιδιοσυγκρασία μας― που φυσικά δεν εμποδίζει καμιά ενέργεια που έχει το στοιχείο της συναλλαγής, καλά περνάμε στον τόπο όσοι πράσσομε και μεταπράσσομε, κάτω από τη βολική καλύπτρα του Κυπριακού. Όχι πως δε μιλάμε στις διάφορες ευκαιρίες ―όσο γι’ αυτό κανείς δε μας πιάνει στους λόγους. Σ’ όλες τις επετείους, δικές μας, πανελλήνιες και διεθνείς, θα βρεθεί ο κατάλληλος ρήτορας, ανεπίσημος ή επίσημος για να πει όσα ταιριάζουν στην περίπτωση και να συγκινήσει τον εαυτό του αν όχι το ακροατήριο. Στο λεξικό μας κυκλοφορούν μ’ ευκολία τα επίθετα και τα μεταχειριζόμαστε δίχως σκέψη και χωρίς τύψεις ―κι όταν περάσει η ώρα των λόγων καταλαβαίνουμε χωρίς πια να εκπλησσόμαστε ότι η ώρα των έργων δεν υπάρχει στο ρολόι μας ή στο ημερολόγιό μας. Και έτσι παγιδευόμαστε όλοι στα λόγια των περιστάσεων και στα ανακοινωθέντα των επιτροπών (φαντάζομαι ότι τηρουμένων των αναλογιών, οι επιτροπές μας θα έχουν το ρεκόρ των ανακοινωθέντων) και μεγαλώνουμε πιστεύοντας ότι με τις λέξεις θα εξορκίσουμε το κάθε τι, είτε στο πολιτικό είτε στο πολιτιστικό πεδίο”.

     Όσα λέχθηκαν εκείνο το βράδυ, παρά τα τις δεκαετίες που πέρασαν, ηχούν ακόμη το ίδιο αληθινά και για τις μέρες μας.

Published in: on Οκτώβριος 22, 2008 at 10:08 πμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [vi]

Παντελής Μηχανικός ― Περιπέτειες : (β) “Κατάθεση” και Κρατικό Βραβείο

Η τρίτη (και τελευταία) ποιητική συλλογή του Μηχανικού Κατάθεση, μας ξαναθύμισε, όταν κυκλοφόρησε το 1975, ότι υπήρχαν ακόμη στον τόπο φωνές που μπορούσαν να εκφράζουν αγωνιστικότητα πέρα από στερεότυπα συνθήματα όπως το “δεν ξεχνώ” ή αβανταδόρικες αναφορές στον Πενταδάκτυλο. Είχα παρακολουθήσει τους προβληματισμούς του ποιητή κατά την ετοιμασία του βιβλίου για το τυπογραφείο, και πήρα από τον ίδιο ένα αντίτυπο σε πρώτη μορφή (με το ποίημα “Το φονικό της Κίρκης” στη σελίδα 17) όπως επίσης ―στις 4 Δεκεμβρίου 1975― το αντίτυπο της οριστικής έκδοσης (με το ποίημα “Αγαλματοποιός” στη θέση του προηγούμενου).

     Στις συνομιλίες που είχαμε έβλεπα ότι ο Μηχανικός σκεφτόταν να μη υποβάλει το βιβλίο του για κρατική βράβευση, μέσα στο πνεύμα γενικής απογοήτευσης που βασάνιζε όλους μας εκείνο τον καιρό. Υποστήριξα τότε ότι το πληγωμένο κυπριακό κράτος αγωνιζόταν “με νύχια και δόντια” να σταθεί στα πόδια του και να αποδείξει στη διεθνή κοινότητα ότι υπήρχε και ότι οι θεσμοί λειτουργούσαν όπως και προηγουμένως. Με αυτή τη λογική, ως δημιουργοί δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να στηρίξουμε με όλες τις δυνάμεις μας τους θεσμούς, ένας από τους οποίους ήταν τα ετήσια κρατικά βραβεία. Λίγο αργότερα ο Μηχανικός υπέβαλε το βιβλίο του για βράβευση.

     Η Κατάθεση κυκλοφόρησε και δημιούργησε μεγάλη εντύπωση. Κατά γενική αποδοχή αποτελούσε τη σημαντικότερη, έως τότε, ποιητική “συμπύκνωση” των πρόσφατων περιπετειών του τόπου, με λόγο ώριμο και πολύ οδυνηρό. (Μια διαπίστωση που επιβεβαιώθηκε και στις επόμενες δεκαετίες, όταν η κριτική, αποστασιοποιημένη πια από πρόσκαιρα πάθη, μπορούσε να αντιμετωπίσει το έργο με περισσότερη ψυχραιμία). Εδώ όμως κρύβονταν και τα προβλήματα.

     Κάποιοι αιχμηροί στίχοι του Μηχανικού για στάσεις και καταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί κατά την διακυβέρνηση του προέδρου Μακαρίου, έδωσαν την ευκαιρία εκμετάλλευσης από κύκλους της αντιπολίτευσης. Μέσα στο καμίνι των πολιτικών αντιπαραθέσεων της εποχής, στίχοι του Μηχανικού από την Κατάθεση, συχνά αποσπασμένοι από άλλα συμφραζόμενα, έγιναν συνθήματα και σημαίες επίθεσης κατά των αντιπάλων. Και δεν ήταν μόνο οι αυτόκλητοι υποστηρικτές του ποιητή που είχαν αναλάβει το έργο διαστροφής, αλλά και μερικοί προσωπικοί του φίλοι.

     Η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων για εκδόσεις του 1975 δεν είχε δυσκολία να προκρίνει για βράβευση το καλύτερο βιβλίο: την Κατάθεση του Μηχανικού. Κανένας δεν θα αμφισβητούσε ως μη αντικειμενική την απόφασή της (παρότι σ’ αυτή συμμετείχαν και δύο προσωπικοί φίλοι του ποιητή) · η αμφισβήτηση ήλθε αναπάντεχα για αλλότριους λόγους.

     Ένα μέλος της επιτροπής σε ιδιαίτερη συνάντηση με τον τότε Υπουργό Παιδείας (ο οποίος θα προσυπέγραφε την απόφαση της Επιτροπής) του υπέδειξε ότι η βράβευση ενός βιβλίου με (πιθανές) νύξεις κατά του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνατόν να προκαλούσε αντιδράσεις από κύκλους της συμπολίτευσης. Τούτο ήταν αρκετό να απορριφθεί η απόφαση και ο Υπουργός να την αναπέμψει με αίτημα να επαναληφθεί η διαδικασία κρίσης. Επικαλούμενοι “εθνικούς λόγους” ακόμη και οι προσωπικοί φίλοι του Παντελή Μηχανικού βρήκαν βολικό άλλοθι να αλλάξουν γνώμη και να ψηφίσουν άλλο βιβλίο για βράβευση! (“Παράπλευρη απώλεια” ―για να χρησιμοποιήσω δημοφιλή έκφραση της εποχής μας― αυτής της απόφασης ήταν και ο αποκλεισμός του βιβλίου Ποιήματα (1964-1974) του Λεύκιου Ζαφειρίου, το οποίο αρχικά είχε επίσης προκριθεί για β΄ βραβείο. Η Επιτροπή, προφανώς για να θολώσει τα νερά και να διασκεδάσει την εντύπωση ότι η απόφαση για τον Μηχανικό λήφθηκε για πολιτικούς λόγους, την τελευταία στιγμή ακύρωσε και τη βράβευση του “συμπολιτευόμενου” Ζαφειρίου, με κάποια διάτρητη δικαιολογία!)

     Ήταν επόμενο ότι η κατάφωρα άδικη απόφαση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων θα άφηνε “άφωνους” όσους πίστευαν στην αδιαμφισβήτητη αξία του υπό κρίσιν βιβλίου. Και πράγματι για κάποιο διάστημα έμειναν άφωνοι (εκτός εκείνων που και προηγουμένως εργολαβικά το εκμεταλλεύονταν για δικούς τους σκοπούς). Πρώτη φωνή διαμαρτυρίας από τις τάξεις των “συμπολιτευόμενων” ήλθε από τον γράφοντα.

     Με σύντομη επιστολή μου αποκλειστικά σε πέντε εφημερίδες του “συμπολιτευόμενου” τύπου  (οι αντιπολιτευόμενες με μεγάλη ευχαρίστηση θα τη δημοσίευαν) διαμαρτυρήθηκα για την αδικαιολόγητη απόφαση της Επιτροπής, την οποία χρέωνα και με “έλλειψη τόλμης”, τόσο για την περίπτωση Παντελή Μηχανικού όσο και για την περίπτωση Λεύκιου Ζαφειρίου. Ακολούθησε μια σύντομη ανταπόκριση …σιωπής. (Έγιναν μάλιστα προσπάθειες από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, με τον οποίο είχα τότε κάποιους δεσμούς, να αποσύρω την επιστολή!) Το φράγμα σιωπής έσπασε πρώτη η Απογευματινή του Άνθου Λυκαύγη και ακολούθησαν δημοσιεύσεις στις άλλες εφημερίδες, με εξαίρεση εφημερίδα της αριστεράς, η οποία την αγνόησε παντελώς. Ακολούθησαν εκτενέστερα κείμενα κριτικής διαμαρτυρίας από τον Ανδρέα Χριστοφίδη, τη Ρήνα Κατσελλή, κ.ά.

     Ο Παντελής Μηχανικός έφυγε με ανοιχτή την πληγή από τον πόλεμο που είχε υποστεί και πικραμένος από εκείνους που τον απαρνήθηκαν. Σε μια περίπτωση, όπως μου έλεγε, φίλος ο οποίος του αφιέρωνε ποίημα σε υπό έκδοση βιβλίο του, διέγραψε την αφιέρωση μέσα στη δίνη της αντιπαράθεσης για την Κατάθεση.          

Published in: on Οκτώβριος 19, 2008 at 12:05 μμ  2 Σχόλια