Ψηφίδες [xii]

Κώστας Μόντης

Τον Σεπτέμβριο του 1957 δύο ποιήματά μου δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους. Ήταν τα πρώτα που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας σε κυπριακό περιοδικό μεγάλης κυκλοφορίας. (Μία παλαιότερη προσπάθειά μου, στα Κυπριακά Γράμματα, είχε μείνει ανολοκλήρωτη: η πρόθεση δημοσίευσής τους βρίσκεται καταγραμμένη στη στήλη αλληλογραφίας του τελευταίου τεύχους του περιοδικού, πριν από την οριστική αναστολή της έκδοσής του). Στο ίδιο τεύχος του Τάιμς οφ Σάιπρους, στη στήλη αλληλογραφίας, δημοσιευόταν σύντομο σημείωμα του Κώστα Μόντη, επιμελητή της φιλολογικής στήλης, επαινετικό για τα νεανικά εκείνα ποιήματα και πρόσκληση να τον επισκεφθώ όταν θα βρισκόμουν στην Κύπρο (σπούδαζα τότε στο εξωτερικό). Η τιμή που γινόταν σε ένα πρωτοεμφανιζόμενο “συγγραφέα” από τον σεβαστό ποιητή ήταν πολύ μεγάλη. Τον συνάντησα στο γραφείο του, κάπου στην αρχή της οδού Λήδρας ―αν θυμάμαι καλά, και εντυπωσιάστικα από τη φιλική προσέγγισή του, που ήταν χωρίς καμιά διάθεση προσωπικής προβολής ή πατροναρίσματος. Όπως αργότερα διαπίστωσα η δική μου εμπειρία δεν ήταν η μοναδική. Ο Κώστας Μόντης συχνά στήριζε νέους δημιουργούς και δεν είναι λίγοι σήμερα που του οφείλουν πολλά για τη συμπαράσταση που τους πρόσφερε στα πρώτα βήματά τους.

     Στα χρόνια που ακολούθησαν είχαμε πολλές ευκαιρίες συναντήσεων, μερικές φορές και με τη συμμετοχή του Ανδρέα Χριστοφίδη, κοινού μας φίλου. Μοναδική περίπτωση κάποιας ―παροδικής― ψυχρότητας στις σχέσεις μας υπήρξε ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια εκπομπής στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), το 1980.

     Το ραδιοφωνικό τμήμα του ΡΙΚ παρουσίαζε τότε σειρά εκπομπών με τίτλο “Με τους δημιουργούς μας”: μια μικρή ομάδα δημιουργών ή ασχολουμένων με θέματα λογοτεχνίας, διαφορετική κάθε φορά, συνομιλούσε για το έργο ενός συγγραφέα, στην παρουσία του ιδίου, ο οποίος διάβαζε και δείγματα από το έργο του ή απαντούσε σε ερωτήματα. Η συγκρότηση της ομάδας γινόταν πάντοτε σε συνεργασία με τον τιμώμενο και το πρόγραμμα ήταν ηχογραφημένο.

     Στην εκπομπή για τον Κώστα Μόντη, εκτός από τον ίδιο, λάβαιναν μέρος ο Άνθος Λυκαύγης και ο Θεοκλής Κουγιάλης ―αν θυμάμαι σωστά, και ο γράφων. Παραγωγός της εκπομπής ήταν ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, λειτουργός στο ΡΙΚ.

     Ξεκινήσαμε και οι τρεις με γενικές τοποθετήσεις για το ποιητικό του έργο και προχωρήσαμε σε παρουσίαση διαφόρων πτυχών του. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν αψεγάδιαστα θετική και χωρίς οποιαδήποτε υποψία κριτικής διάθεσης, τόσο που ύστερα από λίγη ώρα άρχισε να βαραίνει και κάποιες απόψεις να επαναλαμβάνονται. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η “κοιλιά” αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε γενικευμένη ατονία της συνομιλίας. Βλέποντας τον κίνδυνο σκεφτηκα πως έπρεπε να ανανεωθεί το ενδιαφέρον, ίσως με μια ήπια κριτική νύξη.

     Όταν ήλθε η σειρά μου, άρχισα με αναφορά στα ιδιωματικά ποιήματα του Μόντη ―στην πλειονότητά τους αισιόδοξα, σε αντίθεση με το υπόλοιπο έργο του― εκφράζοντας την ιδιαίτερη αγάπη μου γι’ αυτά και προχώρησα να υπογραμμίσω τη μεγάλη εκτίμησή μου στις Στιγμές του ως καθοριστική ενότητα στην ποίησή του. Έκλεισα με το “ρητορικό” ερώτημα αν, παρά τη μεγάλη σημασία τους στο έργο του και την επίδρασή τους στη νεοελληνική ποίηση, τελικώς, ως ποιητικό είδος, εγκλώβισαν τον δημιουργό.

     Η άποψη εκφράστηκε νηφάλια και καλοπροαίρετα, με στόχο πάντοτε να αναζωογονηθεί η συνομιλία και δεν περίμενα ότι τούτο θα ενοχλούσε τον ποιητή. Αντέδρασε έντονα, αμφισβητώντας τις καλές προθέσεις των λόγων μου, και η ηχογράφηση προς στιγμήν διακόπηκε. Όταν ησύχασαν τα πνεύματα η εγγραφή ξανάρχισε και συνεχίστηκε έως το τέλος χωρίς πρόβληματα. Μετά την ολοκλήρωση της εκπομής ήλθε στο θάλαμο ο παραγωγός, λέγοντας “Πήγαμε πολύ καλά. Ξεπεράστηκε λίγο το χρονικό όριο, όμως θα το αντιμετωπίσουμε”. Ο Κώστας Μόντης πρόσθεσε: “Τότε να αφαιρέσετε αυτά που είπε ο κύριος Σταυρίδης”. Ο Χαραλαμπίδης χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτε. Σήμερα, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια, δεν θυμάμαι πώς αντιμετωπίστηκε το “επίμαχο” τμήμα της εκπομπής, έχω όμως την εντύπωση ότι μεταδόθηκε, χωρίς ενδείξεις της αναστάτωσης που είχε προκαλέσει. Ως παρεπόμενο, λίγες μέρες αργότερα έλαβα ταχυδρομικώς από τον ποιητή τη συλλογή του Κύπρια Ειδώλια, που μόλις είχε κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: Στο Φοίβο Σταυρίδη που φοβήθηκε τηνν επίδραση των “Στιγμών”! Κώστας Μόντης 26.10.1980.

        Ύστερα από κάποιες εβδομάδες πήρα από τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, από τη Θεσσαλονίκη, φωτοτυπία πρόσφατης μελέτης του ούγγρου νεοελληνιστή Szabo Kalman διήγημα του Κώστα Μόντη. Κρίνοντας ότι ο Μόντης δεν το γνώριζε, του το έστειλα· αυτό ήταν αρκετό να διαλύσει όποια νέφη είχαν μαζευτεί παλαιότερα. 

Advertisements
Published in: on Ιανουαρίου 28, 2009 at 6:06 μμ  Σχολιάστε  

Παντελής Μηχανικός (1926-1979)

michanikos

Συμπληρώνονται σήμερα τριάντα χρόνια από το θάνατο του ποιητή Παντελή Μηχανικού. Σωμα και αίμα του οι τρεις λιγοσέλιδες συλλογές του ―Παρεκκλίσεις (1957), Τα δυο βουνά (1963), Κατάθεση (1975)― που άφησε κληρονομιά στην ελληνική ποίηση· κάθε μια σφράγισε ένα σταθμό της νεότερης κυπριακής ιστορίας.

Ξεχασμένος από την πολιτεία και από πολλούς, όμως πάντοτε επίκαιρος.


Δύο ποιήματά του (από την Κατάθεση) όσο για να θυμόμαστε :

            Ένα τραγούδι για τον Ριμαχό

     Και ποιός ήτανε τόσο λεβέντης

     όπως τον Ριμαχό

     που έσκυψε και φίλησε το χώμα

     απ’ όπου διάβηκε η αγαπημένη του

     κι αυτή προχωρούσε υπερήφανη κι ακατάδεχτη

     κ’ οι άλλοι τον είπανε βλάκα

     κι αυτός ξανάσκυψε και ξαναφίλησε το χώμα

     ξέροντας καλά πως οι άλλοι τον λέγανε βλάκα.

 

     Και τα στήθια του ήταν γεμάτα χαρά.

     Γεμάτα χαρά.

 

     Ποιός ήτανε τόσο λεβέντης όπως τον Ριμαχό.

     Εφτά χιλιάδες φορές θα σκοτώνονταν

     για να υπερασπίσει το χώμα

     απ’ όπου διάβηκε η αγάπη του.

 

     Ποιός είναι λεβέντης σαν τον Ριμαχό

     ποιός έχει αγάπη σαν τον Ριμαχό

     να υπερασπίσει τούτα τα χώματα.

 

               Ονήσιλος

     Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος

     βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο

     ολοζώντανος.

 

     Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός

     κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:

     ένα καύκαλο

     ―το δικό του κρανίο―

     γεμάτο μέλισσες.

 

     Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος

     να μας κεντρίσουν

     να μας ξυπνήσουν

     να μας φέρουν ένα μήνυμα.

 

     Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος

     κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα

     χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

 

     Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων

     έφτασε στη Σαλαμίνα

     φρύαξε ο Ονήσιλος.

     Άλλο δεν άντεξε.

     Άρπαξε το καύκαλό του

     και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

 

     Κ’ έγυρα νεκρός.

     Άδοξος, άθλιος,

     καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

Published in: on Ιανουαρίου 20, 2009 at 10:09 πμ  Comments (1)  

Ψηφίδες [xi]

Ξάνθος Λυσιώτης

Ο Ξάνθος Λυσιώτης, ο ποιητής και ο άνθρωπος, εξέφραζε ό,τι τιμιότερο μπορούσε να προσφέρει η κυπριακή πνευματική δημιουργία της εποχής του. Kαι ό,τι πιο ειλικρινές, μακριά από συρμούς και ευκαιριακές επιδιώξεις. Δημιουργός, για περισσότερο από έξι δεκαετίες, σε μια γλώσσα που ολοένα λιγότεροι καταλαβαίνουν σήμερα, και ίσως ακόμη λιγότεροι διαβάζουν, γράφουν ή μιλούν, επίμονος εκφραστής ενός λυρισμού που άνισα αντιμαχόταν τη σκληρότητα των καιρών και τις νεότερες αναζητήσεις, παραμένοντας, ταυτόχρονα, μακριά από συναλλαγές και ματαιόδοξη δημοσιότητα.

     O Λυσιώτης έζησε στη γενέτειρα του Λάρνακα έως το 1937, όταν ―σχεδόν σαράντα χρόνων― για επαγγελματικούς λόγους εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία. H πολύχρονη διαμονή του στη γενέθλια πόλη άφησε επάνω του ανεξίτηλα τα σημάδια της. Διαθέτουμε για τούτο πολλές δικές του μαρτυρίες.

     Tο 1950, ευρισκόμενος για διακοπές στο Tρόοδος έγραφε το ποίημα “Λάρνακα”, ένα από τα λυρικότερά του κείμενα, απόσταγμα μνήμης και αγάπης, το οποίο τελειώνει με τους ακόλουθους μελαγχολικούς στίχους, που αναφέρονται βέβαια στη Λάρνακα θα μπορούσαν όμως να απευθύνονται και προς τον ίδιο  :

     Kυλά η ζωή σου όπως κυλούν των ουρανών οι λύχνοι

     και φθίνει σάμπως φθίνουνε στο φράχτη τ’ άσπρα ρόδα

     μοιραία και μελαγχολικά μ’ ανάλγητη ηρεμία

      πλάι στο κύμα που άριες παλιές σου μουρμουρίζει.

     Mα γύρω σου και μέσα σου εφιαλτικά πλανιώνται

     οι ριγηλότατες μολπές μιας εαρινής κιθάρας,

     γλάρων φτερά που αράξανε, καράβια διπλωμένα,

     κι άσπρα μαντήλια το ύστατο να δακρύσουνε ‘χαίρε’

     στη νιότη που άνθισε γοργή και πιο γοργή εμαράθη.

     Bέβαια η ζωή διέψευσε τον μελαγχολικό στίχο του ποιητή για τη ‘νιότη που άνθισε γοργή και πιο γοργή εμαράθη’ δωρίζοντάς του άλλα 37 χρόνια δημιουργίας και μια ψυχή που, ασφαλώς, είχε κατακτήσει την αιώνια νεότητα.

     Tον Oκτώβριο του 1985 ο Δήμος της Λάρνακας σε ειδική εκδήλωση τον τίμησε για τη συνολική προσφορά του στα κυπριακά γράμματα.  Aκριβώς δύο χρόνια πρωτύτερα, στον ίδιο χώρο, ο Δήμος Λάρνακας είχε τιμήσει ένα άλλο διακεκριμένο τέκνο του, τον ποιητή Παύλο Bαλδασερίδη και ο Λυσιώτης ήταν ο κύριος ομιλητής. Mε μεγάλη συγκίνηση αναφέρθηκε στη μακρόχρονη και στενή φιλία του με τον Bαλδασερίδη, στη συμπαράσταση που είχε κατά τα πρώτα ποιητικά του βήματα από τον κατά έξι χρόνια μεγαλύτερό του Bαλδασερίδη, έφερε μνήμες και αγάπες από τα παλιά και, παρά τα δικά του 85 χρόνια, με πάλλουσα φωνή απάγγειλε τη ‘Σερενάδα’ του Bαλδασερίδη.

     Tο τραγούδι της νεανικής καρδιάς του Λυσιώτη συνεχίστηκε με την ίδια ένταση και στην τιμητική εκδήλωση για τον ίδιο. Στο κατάμεστο θέατρο του Δήμου, αφού ονομάτισε ένα-ένα φίλους που είχαν αποδημήσει, απευθύνθηκε σε όσους φίλους των παλαιών ημερών παρευρίσκονταν στην αίθουσα, και με τη λυρική διάθεση που πάντοτε τον διέκρινε είπε, σχεδόν σαν να απάγγελλε ένα ακόμη δικό του ποίημα: “Eίμαστε η ομάδα που απομένει από τους κρίκους που έσπασαν, μα που τους συνδέει το όραμα των φευγαλέων αναπολήσεων, σε άσβηστες αντηχήσεις των ανέμελων αυλών».

     Για αρκετά χρόνια προς το τέλος τις ζωής του, κάθε χρόνο Kυριακή γύρω στις 6 Oκτωβρίου, μια μικρή ομάδα φίλων και εκτιμητών του έργου του μαζεύονταν στο θρυλικό εξοχικό σπίτι του, το “Aππιδάκι», στο χωριό Ψευδάς για να γιορτάσουν τα γενέθλιά του και παράλληλα να γνωρίσουν τους καρπούς μιας ακόμη δημιουργικής χρονιάς του Ξάνθου Λυσιώτη.

     Tην Kυριακή 5 Oκτωβρίου 1986, οι φίλοι που συγκεντρώθηκαν στο “Aππιδάκι” είχαν μια εμπειρία μοναδική. Στο τέλος της βραδιάς και λίγο πριν χωρίσουν, πλημμυρισμένος από ευτυχία για τις ευχές και την αγάπη των δικών και των φίλων του, ο Λυσιώτης ζήτησε να τραγουδήσει για όλους ένα παλιό σκοπό. Σήμερα ομολογώ πως δεν θυμούμαι ποιο ήταν το τραγούδι. Όμως, παρά τα χρόνια που πέρασαν, μου είναι ακόμη πολύ έντονο το ρίγος από το άκουσμα εκείνης της συγκινημένης αλλά καθαρής φωνής τενόρου, που δεν την είχαν αλλοιώσει τα χρόνια, μιας φωνής που ανάβλυζε ως κύκνειο άσμα μιας ζωής πλήρους και εύκαρπης, μιας ζωής που αποδείχτηκε έτοιμη από καιρό για τον μεγάλο θεριστή που ήλθε και την πήρε τρεις μήνες αργότερα.

     Έχοντας πια μπροστά μας ολοκληρωμένη τη ζωή και το έργο του τρυφερού ποιητή Ξάνθου Λυσιώτη, ίσως εν τέλει μπορεί να λεχθεί ότι, παρά τις προσωπικές οικογενειακές τραγωδίες που του έτυχαν ―και ήταν πολλές―, ακόμη τραγικότερο του ήταν ότι στη διάρκεια μιας μακράς ζωής, παρακολουθούσε τον συμπορευόμενο γύρω κόσμο του να γερνά και να φθίνει ενώ ο ίδιος, πάντοτε νέος στη ψυχή, μπορούσε ως το τέλος να τραγουδά και να στήνει καινούριους λυρικούς κόσμους.                                                                         

Published in: on Ιανουαρίου 8, 2009 at 11:58 πμ  Σχολιάστε