Ψηφίδες [viii]

Ο Σάββας Τσερκεζής και το “Ημερολόγιον του βίου μου”

Η αποκάλυψη του χειρόγραφου ημερολόγιου του Σάββα Τσερκεζή μόνο σε “ευτυχή συγκυρία” ―όπως θα έλεγαν οι παλαιότεροι― μπορεί να αποδοθεί.

     Μια μέρα, γύρω στο 1980, ανώτερη λειτουργός προγραμμάτων του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου με ρώτησε αν θα αποδεχόμουν να παρουσιάσω σε τηλεοπτική πολιτιστική εκπομπή κάποιες νέες εκδόσεις. Χωρίς να το καλοσκεφτώ αποδέχτηκα και την επομένη μου έστειλαν πέντε βιβλία. Ρώτησα πόσο χρόνο παρουσιάσης θα είχα στη διάθεσή μου και η απάντηση με άφησε άφωνό: πέντε λεπτά για το σύνολο των πέντε βιβλίων (με πρόσθετη υπόδειξη ότι η παρουσίαση έπρεπε να περιοριστεί μόνο στα “θετικά” των βιβλίων)! Τόσο ο χρόνος όσο και οι περιορισμοί δεν με εύρισκαν σύμφωνο και υπέδειξα ότι θα τιμούσα τη δέσμευση που (αβασάνιστα) είχα αναλάβει, παρακαλώντας όμως να με αποδεσμεύσουν από άλλες μελλοντικές παρουσιάσεις. Σπαταλήσαμε ένα ολόκληρο απόγευμα στους τηλεοπτικούς θαλάμους του ΡΙΚ, οπτικογραφώντας και διαγράφοντας λήψεις με τις παλιές μηχανές του Ιδρύματος. Όμως η προβολή εκείνης της εκπομπής είχε μια απρόσμενη εξέλιξη.

     Λίγες μέρες αργότερα ήλθε στο φαρμακείο μου ένας ηλικιωμένος κύριος από τον Μαζωτό ο οποίος, έχοντας παρακολουθήσει την εκπομπή, έκρινε ότι ήμουν πρόσωπο κατάλληλο να με ενημερώσει ότι κάποιος πεθαμένος θείος του είχε αφήσει χειρόγραφη εξιστόρηση των περιπετειών της ζωής του. Περιληπτικά μου έδωσε στοιχεία της ζωής του θείου, που έδειχναν ότι πράγματι επρόκειτο για άνθρωπο με πολλά και ενδιαφέροντα βιώματα. Φεύγοντας ανέφερε ότι θα περνούσε μιαν άλλη μέρα να φέρει το χειρόγραφο.

     Πέρασε λίγος καιρός ―σχεδόν είχα ξεχάσει το περιστατικό― έως ότου ο κύριος Σάββας Χαϊλής από τον Μαζωτό πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του. Όταν έφερε το δίτομο χειρόγραφο ημερολόγιο του θείου του, Σάββα Τσερκεζή, είχε πια αποφασιστει η τύχη του: μου το παραχωρούσε για να το “χρησιμοποιήσω όπως καλύτερα κρίνω”· μια απόφαση που άνοιγε τον δρόμο αποκάλυψης ενός σπουδαίου κειμένου και γνωριμίας με ένα χαρισματικό κύπριο λαϊκό αφηγητή.

     Και μόνο μια επιφανειακή ανάγνωση ήταν αρκετή να αποκαλύψει τη μοναδικότητα του κειμένου, το οποίο ―με καθαρή γραφή και ελάχιστες διορθώσεις― διαβαζόταν απνευστί. Ξανασυνάντησα τον κύριο Χαϊλή, στη Λάρνακα και στο σπίτι του στον Μαζωτό, για συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικές με τον Σάββα Τσερκεζή και άρχισα να μεταγράφω το ημερολόγιο προσθέτοντας τις αναγκαίες υποσημειώσεις, παράλληλα δε, την ίδια χρονιά (1980), προχώρησα σε πρώτη ανακοίνωση στο περιοδικό Ο Κύκλος, μαζί με ένα δείγμα γραφής. Δυνατότητα έκδοσής του δεν είχα και ο καιρός περνούσε χωρίς να το καταλαβαίνω.

     Λίγα χρόνια αργότερα, με την ευκαιρία διεθνούς συνεδρίου για την κυπριακή μετανάστευση, παρουσίασα ανακοίνωση με θέμα “Στοιχεία για την κυπριακή μετανάστευση των αρχών του αιώνα, μέσα από το ανέκδοτο ημερολόγιο του Σάββα Τσερκεζή”. Το συνέδριο φιλοξενείτο στο Πολιτιστικό Κέντρο της Λαϊκής Τράπεζας και σ’ αυτό συμμετείχε μεγάλος αριθμός αποδήμων. Η ανακοίνωση, εκτός από στοιχεία για τη μετανάστευση, περιλάμβανε λεπτομέρειες για τον συγγραφέα και αποσπάσματα από τις βασανιστικές περιπέτειές του μακριά από την πατρίδα. Η εντύπωση από τις περιγραφές του Τσερκεζή ήταν συγκλονιστική και πολλοί σύνεδροι, σχεδόν με δάκρυα στα μάτια, ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες για τον συγγραφέα και το χειρόγραφό του. Στο διάλειμμα ο υπεύθυνος για το πολιτιστικό κέντρο ανώτερος λειτουργός της τράπεζας, Παναγιώτης Μαλλής, γνωστός μου και από τα μαθητικά του χρόνια στη Λάρνακα, με ρώτησε αν σχεδίαζα έκδοση του ημερολογίου του Τσερκεζή, προσθέτοντας: “Αν δεν έχεις δεσμευθεί αλλού, εμείς αναλαμβάνουμε την έκδοση· έχουμε προτεραιότητα μια και εδώ παρουσιάστηκε το κείμενο σήμερα”. Τον ενημέρωσα ότι δεσμεύσεις έκδοσης από τρίτους δεν υπήρχαν αλλ’ ούτε και δυνατότητα είχα να το εκδώσω ο ίδιος. Όταν οριστικοποιήθηκε η συνεργασία μας δήλωσα ότι ήμουν πρόθυμος να ετοιμάσω την έκδοση χωρίς καμιά οικονομική απαίτηση εκ μέρους μου, με μόνη προϋπόθεση να διατηρήσω απόλυτο εκδοτικό έλεγχο έως και την εκτύπωση. Βάσει προδιαγραφών που είχα δώσει, επιλέγηκαν τα τυπογραφεία Ζαβαλλή. Το βιβλίο τυπώθηκε τον Μάρτιο του 1988 και αμέσως γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Κρίθηκε πολύ θετικά σε Ελλάδα και Κύπρο, ανθολογήθηκε, μεταδόθηκε (σε συνέχειες) από ραδιοσταθμούς. (Ανατυπώθηκε το 1993, το 2007 κυκλοφόρησε σε δεύτερη ―επαυξημένη― έκδοση, και εκτυπώθηκαν συνολικά 4500 αντίτυπα).

     Για όσους δεν γνωρίζουν ήδη τον συγγραφέα του σπουδαίου αυτού αυτοβιογραφήματος, μεταφέρω εδώ ένα ενημερωτικό απόσπασμα από τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης: 

     “O πολύπλαγκτος Kύπριος που ακούει στο όνομα Σάββας Tσερκεζής καταγράφει στο Hμερολόγιον του βίου μου μια εποχή μεγάλου ιστορικο-κοινωνικού ενδιαφέροντος, για την οποία ελάχιστες προσωπικές μαρτυρίες διαθέτουμε. Tο αυτοβιογράφημα καλύπτει την περίοδο 1880-1924 σε σύνολο ζωής σχεδόν ενενήντα χρόνων (1874-1963), σίγουρα όμως ιστορεί το αξιολογότερο κομμάτι στης ζωής του συγγραφέα.

     Tα μεγάλα αστικά κέντρα της ανατολικής Mεσογείου με τις πολυάνθρωπες ελληνικές κοινότητές τους, η Σμύρνη και η Aλεξάνδρεια κατά κύριο λόγο, και σε μικρότερο βαθμό άλλα, όπως η Bηρυτός και η Iόππη, υπήρξαν σημαντικοί χώροι διασποράς Kυπρίων μεταναστών της εποχής. Νεαρός μετανάστης ο συγγραφέας κινείται αναζητώντας εργασία σε όλους αυτούς τους τόπους και μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες του αναπλάθει τον παλμό της ζωής τους.

     Tο ημερολόγιο περιγράφει επίσης τις συνθήκες ζωής και εργασίας των Eλλήνων μεταναστών Aμερικής κατά την περίοδο 1908-1923 (κι εδώ ας θυμηθούμε ότι η άφιξη του Tσερκεζή στις Hνωμένες Πολιτείες συμπίπτει χρονολογικά με τη μεγαλύτερη αύξηση μεταναστευτικού ρεύματος, από την Eλλάδα και από τις κοινότητες του υπόδουλου Eλληνισμού, προς την Aμερική).

     Tρίτος χώρος αναφοράς είναι οι ελληνικοί πόλεμοι του 1897 και του 1912-1913, στους οποίους ο συγγραφέας μετέχει ως εθελοντής. H ημερολογιακές καταγραφές των δυο πολέμων είναι ιδιαίτερα λεπτομερειακές και αποτελούν σημαντική προσωπική μαρτυρία δραματικών γεγονότων της νεότερης ιστορίας μας. H ακρίβεια των παρατηρήσεων είναι αξιοσημείωτη όπως μπορεί να επιβεβαιωθεί και από πολυάριθμες άλλες πηγές ή μαρτυρίες της εποχής”.

     Σημειώνω εδώ ότι στη δεύτερη έκδοση του Ημερολογίου προστέθηκε συμπληρωματικό αυτοβιογραφικό υλικό που εντοπίστηκε αρκετά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, καθώς και ολόκληρο το έργο του Σάββα Τσερκεζή “Ο ασύλληπτος κλέπτης”, ένα ιδιόμορφο κείμενό του, με στοιχεία θεατρικής γραφής και πεζογραφήματος.  

Published in: on Οκτώβριος 25, 2008 at 11:12 πμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [vii]

Ανδρέας Χριστοφίδης

Συμπληρώθηκαν φέτος δέκα χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Ανδρέα Χριστοφίδη (πέθανε σε ηλικία μόλις 61 ετών)· ήταν μια από τις πιο χαρισματικές πνευματικές φυσιογνωμίες της Κύπρου των τελευταίων πενήντα χρόνων, άνθρωπος με μεγάλο εύρος ενδιαφερόντων ―όχι μόνο πνευματικών― και ζωντάνια που εκφραζόταν με γνήσια κοινωνικότητα και χάρη. Είχαμε γνωριστεί πολύ ενωρίς κατά τη δεκαετία του ’60 και διατηρήσαμε στενή φιλία έως το τέλος της ζωής του. Η προσωπική μας σχέση θεμελιώθηκε πολύ πριν αναλάβει σημαντικά δημόσια αξιώματα και για τούτο διατήρησε όλα τα στοιχεία ανιδιοτελούς φιλίας και εκτίμησης. Ελπίζω να μου δοθεί και αλλού η ευκαιρία να αναφερθώ σ’ αυτόν ως ποιητή και άνθρωπο, όμως εδώ θα καταθέσω δύο περιστατικά που δείχνουν την ακεραιότητά του και τον κριτικό λόγο του.

     Γύρω στο 1968-1969 συμμετείχα σε εκπομπή του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου όπου ως φιλοξενούμενος είχα να απαντήσω σε ερωτήσεις για τις μουσικές και αναγνωστικές επιλογές μου, στην υποθετική περίπτωση που ήμουν αναγκασμένος να απομονωθώ σε κάποιο ερημικό μέρος (μια κυπριακή προσαρμογή του ξένου προγράμματος “Desert Island Discs”, ενός από τα δημοφιλέστερα και μακροβιότερα ραδιοφωνικά προγράμματα όλων των εποχών). Ο φιλοξενούμενος έπρεπε να είναι  έτοιμος να δικαιολογήσει τις επιλογές του. Βρισκόμασταν στις μαύρες μέρες της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και οι πιέσεις να συμμορφωθεί η Κύπρος προς τις όποιες “εθνωφελείς” επιταγές τους ήταν αφόρητες. Δεν θυμούμαι ποιες ήταν οι μουσικές επιλογές μου, “αγκάθι” όμως αποτέλεσε το κείμενο που ήθελα να διαβάσω. Όταν είπα στον συντονιστή λειτουργό τι θα διάβαζα έδειξε να ενοχλείται και να δυσανασχετεί, υποδεικνύοντάς μου ότι αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στο ΡΙΚ. Παραθέτω κάποια επίμαχα αποσπάσματα από το εκτενέστερο κείμενο που θα διάβαζα (από την Ιστορία του Θουκυδίδη, στη θαυμάσια μετάφραση της Έλλης Λαμπρίδη, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εποχές τον Αύγουστο του 1963):

Και νόμισαν πως είχαν το δικαίωμα ν’ αλλάξουν και τη συνηθισμένη ανταπόκριση των λέξεων προς τα πράγματα για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους […] Αιτία για όλ’ αυτά είναι η όρεξη ν’ αποχτήσουν δύναμη οι άνθρωποι από απληστία και φιλοδοξία […] και δεν εδίστασαν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν την αρχή είτε καταδικάζοντας τους αντιπάλους με άδικη ψήφο του λαού, είτε με βίαιο πραξικόπημα, να χορτάσουν τη φιλοδοξία τους της στιγμής.

     Όταν ο συντονιστής επέμεινε να διαβάσω κάτι άλλο λιγότερο ενοχλητικό υποχρεώθηκα να δηλώσω ότι σε τέτοια περίπτωση θα αποχωρούσα ακυρώνοντας την ηχογράφηση. Ενώ συζητούσαμε, χωρίς να διαφαίνεται σημείο συμφωνίας, μπήκε στο γραφείο ο Ανδρέας Χριστοφίδης, Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ, ο οποίος ―ενήμερος για την επίσκεψή μου― ήλθε να με χαιρετίσει. Του είπα τότε για τις επιφυλάξεις του λειτουργού και χωρίς δεύτερη σκέψη δήλωσε επί λέξει: “Μα είναι κείμενο του Θουκυδίδη. Να διαβαστεί ως έχει, και όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται”. Η εκπομπή ηχογραφήθηκε και μεταδόθηκε ως είχε προγραμματιστεί. 

Τον Οκτώβρη του 1972 και ενώ ένα “Ετος Βιβλίου” (που είχε προαγγελθεί με τις συνήθεις κενής σημασίας τυμπανοκρουσίες) πλησίαζε στο τέλος του, με τον Παντελή Μηχανικό παρακολουθήσαμε ομιλία του Ανδρέα Χριστοφίδη με θέμα “Το έτος βιβλίου και η Κύπρος”. Όπως ήταν γνωστό, ο ομιλητής διέθετε αξιοζήλευτη ικανότητα τόσο στον γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο, μάλιστα κάποια από τα γραπτά κείμενά του ήταν προϊόντα απευθείας υπαγόρευσης στη γραμματέα του. Μεταφέρω ένα μικρό δείγμα από όσα είχε πει :

     “Σας έρχεται στο νου καμιά ουσιαστική ενέργεια  με αφετηρία τα όσα έγιναν αυτά τα έτη, οποιαδήποτε πράξη που να έμεινε πίσω στο πέρασμα του χρόνου, ν’ αφήσει τα ίχνη της σ’ αυτή τη Γη; Φυσικά έχουμε το Εθνικό ή το Πολιτικό μας πρόβλημα ―ανάλογα με τη ιδιοσυγκρασία μας― που φυσικά δεν εμποδίζει καμιά ενέργεια που έχει το στοιχείο της συναλλαγής, καλά περνάμε στον τόπο όσοι πράσσομε και μεταπράσσομε, κάτω από τη βολική καλύπτρα του Κυπριακού. Όχι πως δε μιλάμε στις διάφορες ευκαιρίες ―όσο γι’ αυτό κανείς δε μας πιάνει στους λόγους. Σ’ όλες τις επετείους, δικές μας, πανελλήνιες και διεθνείς, θα βρεθεί ο κατάλληλος ρήτορας, ανεπίσημος ή επίσημος για να πει όσα ταιριάζουν στην περίπτωση και να συγκινήσει τον εαυτό του αν όχι το ακροατήριο. Στο λεξικό μας κυκλοφορούν μ’ ευκολία τα επίθετα και τα μεταχειριζόμαστε δίχως σκέψη και χωρίς τύψεις ―κι όταν περάσει η ώρα των λόγων καταλαβαίνουμε χωρίς πια να εκπλησσόμαστε ότι η ώρα των έργων δεν υπάρχει στο ρολόι μας ή στο ημερολόγιό μας. Και έτσι παγιδευόμαστε όλοι στα λόγια των περιστάσεων και στα ανακοινωθέντα των επιτροπών (φαντάζομαι ότι τηρουμένων των αναλογιών, οι επιτροπές μας θα έχουν το ρεκόρ των ανακοινωθέντων) και μεγαλώνουμε πιστεύοντας ότι με τις λέξεις θα εξορκίσουμε το κάθε τι, είτε στο πολιτικό είτε στο πολιτιστικό πεδίο”.

     Όσα λέχθηκαν εκείνο το βράδυ, παρά τα τις δεκαετίες που πέρασαν, ηχούν ακόμη το ίδιο αληθινά και για τις μέρες μας.

Published in: on Οκτώβριος 22, 2008 at 10:08 πμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [vi]

Παντελής Μηχανικός ― Περιπέτειες : (β) “Κατάθεση” και Κρατικό Βραβείο

Η τρίτη (και τελευταία) ποιητική συλλογή του Μηχανικού Κατάθεση, μας ξαναθύμισε, όταν κυκλοφόρησε το 1975, ότι υπήρχαν ακόμη στον τόπο φωνές που μπορούσαν να εκφράζουν αγωνιστικότητα πέρα από στερεότυπα συνθήματα όπως το “δεν ξεχνώ” ή αβανταδόρικες αναφορές στον Πενταδάκτυλο. Είχα παρακολουθήσει τους προβληματισμούς του ποιητή κατά την ετοιμασία του βιβλίου για το τυπογραφείο, και πήρα από τον ίδιο ένα αντίτυπο σε πρώτη μορφή (με το ποίημα “Το φονικό της Κίρκης” στη σελίδα 17) όπως επίσης ―στις 4 Δεκεμβρίου 1975― το αντίτυπο της οριστικής έκδοσης (με το ποίημα “Αγαλματοποιός” στη θέση του προηγούμενου).

     Στις συνομιλίες που είχαμε έβλεπα ότι ο Μηχανικός σκεφτόταν να μη υποβάλει το βιβλίο του για κρατική βράβευση, μέσα στο πνεύμα γενικής απογοήτευσης που βασάνιζε όλους μας εκείνο τον καιρό. Υποστήριξα τότε ότι το πληγωμένο κυπριακό κράτος αγωνιζόταν “με νύχια και δόντια” να σταθεί στα πόδια του και να αποδείξει στη διεθνή κοινότητα ότι υπήρχε και ότι οι θεσμοί λειτουργούσαν όπως και προηγουμένως. Με αυτή τη λογική, ως δημιουργοί δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να στηρίξουμε με όλες τις δυνάμεις μας τους θεσμούς, ένας από τους οποίους ήταν τα ετήσια κρατικά βραβεία. Λίγο αργότερα ο Μηχανικός υπέβαλε το βιβλίο του για βράβευση.

     Η Κατάθεση κυκλοφόρησε και δημιούργησε μεγάλη εντύπωση. Κατά γενική αποδοχή αποτελούσε τη σημαντικότερη, έως τότε, ποιητική “συμπύκνωση” των πρόσφατων περιπετειών του τόπου, με λόγο ώριμο και πολύ οδυνηρό. (Μια διαπίστωση που επιβεβαιώθηκε και στις επόμενες δεκαετίες, όταν η κριτική, αποστασιοποιημένη πια από πρόσκαιρα πάθη, μπορούσε να αντιμετωπίσει το έργο με περισσότερη ψυχραιμία). Εδώ όμως κρύβονταν και τα προβλήματα.

     Κάποιοι αιχμηροί στίχοι του Μηχανικού για στάσεις και καταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί κατά την διακυβέρνηση του προέδρου Μακαρίου, έδωσαν την ευκαιρία εκμετάλλευσης από κύκλους της αντιπολίτευσης. Μέσα στο καμίνι των πολιτικών αντιπαραθέσεων της εποχής, στίχοι του Μηχανικού από την Κατάθεση, συχνά αποσπασμένοι από άλλα συμφραζόμενα, έγιναν συνθήματα και σημαίες επίθεσης κατά των αντιπάλων. Και δεν ήταν μόνο οι αυτόκλητοι υποστηρικτές του ποιητή που είχαν αναλάβει το έργο διαστροφής, αλλά και μερικοί προσωπικοί του φίλοι.

     Η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων για εκδόσεις του 1975 δεν είχε δυσκολία να προκρίνει για βράβευση το καλύτερο βιβλίο: την Κατάθεση του Μηχανικού. Κανένας δεν θα αμφισβητούσε ως μη αντικειμενική την απόφασή της (παρότι σ’ αυτή συμμετείχαν και δύο προσωπικοί φίλοι του ποιητή) · η αμφισβήτηση ήλθε αναπάντεχα για αλλότριους λόγους.

     Ένα μέλος της επιτροπής σε ιδιαίτερη συνάντηση με τον τότε Υπουργό Παιδείας (ο οποίος θα προσυπέγραφε την απόφαση της Επιτροπής) του υπέδειξε ότι η βράβευση ενός βιβλίου με (πιθανές) νύξεις κατά του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνατόν να προκαλούσε αντιδράσεις από κύκλους της συμπολίτευσης. Τούτο ήταν αρκετό να απορριφθεί η απόφαση και ο Υπουργός να την αναπέμψει με αίτημα να επαναληφθεί η διαδικασία κρίσης. Επικαλούμενοι “εθνικούς λόγους” ακόμη και οι προσωπικοί φίλοι του Παντελή Μηχανικού βρήκαν βολικό άλλοθι να αλλάξουν γνώμη και να ψηφίσουν άλλο βιβλίο για βράβευση! (“Παράπλευρη απώλεια” ―για να χρησιμοποιήσω δημοφιλή έκφραση της εποχής μας― αυτής της απόφασης ήταν και ο αποκλεισμός του βιβλίου Ποιήματα (1964-1974) του Λεύκιου Ζαφειρίου, το οποίο αρχικά είχε επίσης προκριθεί για β΄ βραβείο. Η Επιτροπή, προφανώς για να θολώσει τα νερά και να διασκεδάσει την εντύπωση ότι η απόφαση για τον Μηχανικό λήφθηκε για πολιτικούς λόγους, την τελευταία στιγμή ακύρωσε και τη βράβευση του “συμπολιτευόμενου” Ζαφειρίου, με κάποια διάτρητη δικαιολογία!)

     Ήταν επόμενο ότι η κατάφωρα άδικη απόφαση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων θα άφηνε “άφωνους” όσους πίστευαν στην αδιαμφισβήτητη αξία του υπό κρίσιν βιβλίου. Και πράγματι για κάποιο διάστημα έμειναν άφωνοι (εκτός εκείνων που και προηγουμένως εργολαβικά το εκμεταλλεύονταν για δικούς τους σκοπούς). Πρώτη φωνή διαμαρτυρίας από τις τάξεις των “συμπολιτευόμενων” ήλθε από τον γράφοντα.

     Με σύντομη επιστολή μου αποκλειστικά σε πέντε εφημερίδες του “συμπολιτευόμενου” τύπου  (οι αντιπολιτευόμενες με μεγάλη ευχαρίστηση θα τη δημοσίευαν) διαμαρτυρήθηκα για την αδικαιολόγητη απόφαση της Επιτροπής, την οποία χρέωνα και με “έλλειψη τόλμης”, τόσο για την περίπτωση Παντελή Μηχανικού όσο και για την περίπτωση Λεύκιου Ζαφειρίου. Ακολούθησε μια σύντομη ανταπόκριση …σιωπής. (Έγιναν μάλιστα προσπάθειες από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, με τον οποίο είχα τότε κάποιους δεσμούς, να αποσύρω την επιστολή!) Το φράγμα σιωπής έσπασε πρώτη η Απογευματινή του Άνθου Λυκαύγη και ακολούθησαν δημοσιεύσεις στις άλλες εφημερίδες, με εξαίρεση εφημερίδα της αριστεράς, η οποία την αγνόησε παντελώς. Ακολούθησαν εκτενέστερα κείμενα κριτικής διαμαρτυρίας από τον Ανδρέα Χριστοφίδη, τη Ρήνα Κατσελλή, κ.ά.

     Ο Παντελής Μηχανικός έφυγε με ανοιχτή την πληγή από τον πόλεμο που είχε υποστεί και πικραμένος από εκείνους που τον απαρνήθηκαν. Σε μια περίπτωση, όπως μου έλεγε, φίλος ο οποίος του αφιέρωνε ποίημα σε υπό έκδοση βιβλίο του, διέγραψε την αφιέρωση μέσα στη δίνη της αντιπαράθεσης για την Κατάθεση.          

Published in: on Οκτώβριος 19, 2008 at 12:05 μμ  2 Σχόλια  

Ψηφίδες [v]

Παντελής Μηχανικός ― Περιπέτειες : (α) Ορέστης

Εκτός από τα προβλήματα υγείας, δυο άλλα σημαντικά γεγονότα ταλαιπώρησαν τον Παντελή Μηχανικό κατά την τελευταία πενταετία της ζωής του : το περιστατικό με τον γυιο του Ορέστη και η θλιβερή περιπέτεια της υποψηφιότητας για κρατική βράβευση του βιβλίου του Κατάθεση.

     Το 1975 ήταν μια από τις πιο πικρές χρονιές στη νεότερη κυπριακή ιστορία. Οι έλληνες της Κύπρου τσακισμένοι από την καταστροφή που είχε προκαλέσει η τουρκική επέμβαση και κατοχή, από το καλοκαίρι του ’74, μετρούσαμε τις πληγές μας και προσπαθούσαμε να αναστήσουμε τη ζωή στον τόπο μας. Από την άλλη, οι κρατικοί μηχανισμοί, ακρωτηριασμένοι από το κτύπημα, ανασυντάσσονταν και αγωνίζονταν να αποδείξουν στους ξένους ότι, παρά τις αντιξοότητες, το οργανωμένο κυπριακό κράτος είχε διασωθεί.

     Στο κτήριο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχε εγκατασταθεί γραφείο έκδοσης ειδικού πολιτικού ενημερωτικού δελτίου, με υπεύθυνο τον Άρη Γεωργίου και βοηθό του τον Π. Μηχανικό. Εργαζόμουν τότε στις φαρμακευτικές υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας, σε γραφείο πολύ κοντά στο δικό τους, και συναντιόμασταν συχνά. Ο Μηχανικός εταλαιπωρείτο ήδη από βασανιστικούς ιλίγγους και μερικές φορές κυκλοφορούσε στηριζόμενος σε μπαστούνι, όμως το πρόβλημα με την καρδιά του δεν είχε ακόμη εκδηλωθεί.

     Το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά του, ο Ορέστης, ένα ανήσυχο αγόρι με αντισυμβατική προσωπικότητα, μια μέρα εξαφανίστηκε από το σπίτι αφήνοντας σημείωμα ότι θα διέσχιζε τη νεκρή ζώνη και θα πήγαινε στα Λιμνιά, στο τουρκοκρατούμενο πλέον χωριό του παππού του. Οι καιροί ήταν τότε πολύ πιο σκληροί από ότι έγιναν κάποια χρόνια αργότερα, και ήταν γνωστό ότι ο τουρκικός στρατός που φύλαγε τα αυθαίρετα κατοχικά του “σύνορα” είχε διαταγή να πυροβολολεί και να σκότωνει όποιον προσπαθούσε να τα παραβιάσει. Ο Παντελής και η Μαρούλα Μηχανικού, όπως και η υπόλοιπη οικογένεια, πέρασαν ιδιαίτερα δύσκολες ώρες έως ότου, λίγες μέρες πιο ύστερα, ενημερωθούν από την Ουνφικύπ ότι το παιδί τους ―αφού κατάφερε να περάσει τα συρματοπλέγματα― είχε συλληφθεί από τις κατοχικές αρχές, καθοδόν προς τον προορισμό του, και εκρατείτο σε φυλακές στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας. Μέρες αργότερα, με ενέργειες μέσω των Ηνωμένων Εθνών, το ανήλικο αγόρι δόθηκε πίσω στην οικογένειά του. Ο Μηχανικός, παρά τα προβλήματα υγείας και τη μεγάλη αγωνία για την τύχη του παιδιού του, αντιμετώπισε την περιπέτεια με μεγάλη ψυχική δύναμη και αξιοπρέπεια, χωρίς να επιτρέψει την αδηφάγο εκμετάλλευσή της από τα ΜΜΕ.      

Published in: on Οκτώβριος 15, 2008 at 8:57 πμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [iv]

Παντελής Μηχανικός

Ποιήματα του Παντελή Mηχανικού διάβασα, πολύ νέος, στο περιοδικό Kυπριακά Γράμματα λίγο πριν από τον απελευθερωτικό αγώνα και με είχαν εντυπωσιάσει. Παρόλο που και ο Mηχανικός ήταν τότε αρκετά νέος, η ποίησή του, λιτή και ακριβόλογη, αποτελούσε μια φωνή πολύ διαφορετική από όσες ήδη γνωρίζαμε.

     Κατά τη δεκαετία του ’60 τον συναντούσα στο παλιό αεροδρόμιο Λευκωσίας, όπου εργαζόταν ως τελωνιακός κι εγώ ταξίδευα συχνά για το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, όπου σπούδαζα. Μάλιστα μια φορά με “γλίτωσε από τα νύχια” κάποιου τυπολάτρη συναδέλφου του που επέμενε να μου επιβάλει εισαγωγικό δασμό για τρεις μουσικούς δίσκους βινυλίου τους οποίους είχα αγοράσει σε ξεπούλημα και τους έφερνα ως χριστουγεννιάτικο δώρο σε φίλους!

     Γνωριζόμασταν από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας όταν πρωτοδημοσίεψα ποιήματά μου στα Κυπριακά Χρονικά και στην Πνευματική Κύπρο. Η παράλληλη γνωριμία μου με τον πρόωρα χαμένο ζωγράφο Χριστόφορο Σάββα, στενό φίλο του Μηχανικού από τις δραστηριότητες της Παγκύπριας Ένωσης Φιλοτέχνων και της Γκαλερύ “Απόφαση” πλούτισε ακόμη περισσότερο τη φιλία μας. Όμως συνδεθήκαμε στενότερα όταν ο Mηχανικός, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της σύντομης ζωής του, ταλαιπωρημένος από ιλίγγους και από την καρδιά του.

     Αιχμηρός και ασυμβίβαστος στη ζωή και στο έργο του, ήταν χαρά να κουβεντιάζεις μαζί του, ακόμη κι όταν διαφωνούσες με κάποιες εκτιμήσεις του. Παρακολουθούσε με πάθος την πολιτική και πολιτισμική επικαιρότητα, και ήταν συστηματικά ενημερωμένος για όσα συνέβαιναν. Ξένους ποιητές διάβαζε κυρίως στα αγγλικά. (Ευτυχώς έχουν διασωθεί ηχογραφημένες αναγνώσεις του, ποιημάτων του Σαιντ-Τζων Πέρς, ο οποίος είχε τιμηθεί με Νομπέλ λογοτεχνίας το 1960).

     Στη Λάρνακα τον έβλεπα σχεδόν καθημερινά, πυκνότερα τους τελευταίους μήνες της ζωής του όταν τα προβλήματα υγείας τον κρατούσαν περισσότερο χρόνο στο σπίτι. Θυμάμαι ιδιαίτερα ένα κυριακάτικο πρωϊνό αργά τον Δεκέμβρη του 1978, όταν και με τον Θεοδόση Νικολάου, πήγαμε οι τρεις μας στο “καφέ” της αλυκής ―αυτή την αλυκή που και οι δυο τους τραγούδησαν με τον τρόπο τους. 

     Ήταν ένα εξαίσιο πρωϊνό, γλυκύτατο και καθόλου χειμερινό, κι εμείς σε μεγάλο κέφι διαβάζαμε και σχολιάζαμε ένα (δήθεν) βιβλιοκριτικό κείμενο σε κυπριακό περιοδικό που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει ―ένα κείμενο όπου γινόταν περισσότερο επίδειξη γνώσεων του συγγραφέα του, με συγκριτική αναγραφή δεκάδων(!) άλλων έργων από δημιουργίας κόσμου)― σε τέτοια έκταση ώστε στο τέλος και ο ίδιος ο “κριτικός” είχε ξεχάσει το βιβλίο στο οποίο θα αναφερόταν. Τα γέλια που κάναμε εκείνη τη μέρα δεν προοιώνιζαν το αδόκητο τέλος του Μηχανικού που ήλθε μόλις ένα μήνα αργότερα.      

Published in: on Οκτώβριος 14, 2008 at 10:36 πμ  Σχολιάστε  

Ψηφίδες [iii]

Αρχίζοντας από αγαπημένους φίλους

Κάποια μέρα του 1975 περνώντας με το αυτοκίνητό μου από την αγορά της Λάρνακας σταμάτησα για να διασχίσει εμπρός μου ένας γενειοφόρος άντρας που έσπρωχνε ένα παιδικό αμαξάκι και συνοδευόταν από τη σύζυγό του. Δεν γνωρίζω πώς, αλλά εκείνη τη στιγμή είχα την έντονη αίσθηση πως επρόκειτο για τον Θεοδόση Νικολάου, τον οποίο περιστασιακά είχα γνωρίσει στις συναντήσεις μας στο γραφείο του Ανδρέα Χριστοφίδη για έκδοση περιοδικού, και μάλιστα χωρίς γενειάδα.

     Ένα απόγευμα μερικές μέρες αργότερα η  ίδια οικογένεια ήρθε στο φαρμακείο μου, ο άνδρας ζήτησε κάτι να αγοράσει και όταν τον ρώτησα αν είναι ο Θ. Νικολάου μου το βεβαίωσε. Εκείνος γνώριζε ήδη ποιός ήμουν, όμως με την παροιμιώδη διακριτικότητά του, περίμενε τα  δικά μου βήματα αναγνώρισης. Τους κάλεσα να συναντηθούμε στο σπίτι λίγο αργότερα το ίδιο βράδυ και η γνωριμία μας έγινε αδελφική φιλία, για τα επόμενα σχεδόν τριάντα χρόνια, έως τον θάνατό του.

     Με τον Γιώργο Π. Σαββίδη η γνωριμία μας έγινε μέσω …Σεφέρη! Λίγο μετά το Β΄ Διεθνές Κυπρολογικό Συνέδριο, όπου ο Γ.Π.Σ. είχε παρουσιάσει ανακοίνωση για το ημιτελές μυθιστόρημα του Γ. Σεφέρη, Βαρνάβας Καλοστέφανος (την οποία δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω), έφτασαν στα χέρια μου φωτοαντίγραφα με αποσπάσματα από το σεφερικό κείμενο. Ως εκδότης τότε του Κύκλου σκέφθηκα πως θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να δημοσιεύσουμε κάποια από τα κείμενα και έγραψα στον ομιλητή (με τον οποίο δεν είχαμε προσωπική γνωριμία) παρακαλώντας τον να μεσολαβήσει προς την κυριά Μαρώ Σεφέρη για να εξασφαλιστεί άδεια δημοσίευσης.

     Πέρασε λίγος καιρός χωρίς ενημέρωση για την τύχη του αιτήματος και κάποια μέρα μου τηλεφώνησε ο Ανδρέας Χριστοφίδης καλώντας με για δείπνο, το ίδιο βράδυ, με την ευκαιρία επίσκεψης του Γιώργου Σαββίδη στην Κύπρο. Όταν συναντηθήκαμε, ο Γ.Π.Σ. μου είπε κρυπτικά: “Πήρα το γράμμα σας. Το αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, όμως θα τα πούμε αργότερα”. Στο δείπνο συμμετείχαν επίσης ο Κώστας Μόντης, η Νίκη Μαραγκού και ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Η διάθεση όλων ήταν εξαίρετη. Όταν τελειώσαμε, ο Γιώργος Σαββίδης πρότεινε να διευθετηθεί διαμονή του σε ξενοδοχείο της Λάρνακας κατά τις επόμενες μέρες, πριν από την αναχώρησή του για την Αθήνα. Ήλθε στην πόλη ένα απόγευμα και αφού προστέθηκε στην παρέα και ο Θεοδόσης Νικολάου και ολοκληρώσαμε τα απαραίτητα προκαταρκτικά στο σπουδαίο εστιατόριο του “Ηράκλη” (που δεν υπάρχει πια) καταλήξαμε στο γκαράζ-βιβλιοθήκη μου. Όλο αυτό το διάστημα ο Γιώργος Σαββίδης κουβαλούσε μια μυστηριώδη τσάντα. Βολευτήκαμε σε βαθιές καρέκλες και λίγο αργότερα ο ξένος μας, με το παροιμιώδες σκανταλιάρικο χαμόγελό του ―το οποίο αργότερα έγινε οικείο και σε εμάς, πρότεινε να διαβάσει (ως ανταπόδοση στο παλαιότερο αίτημά μου για τον Βαρνάβα Καλοστέφανο) ποιήματα από το καινούργιο βιβλίο που ετοίμαζε. Ακούσαμε τότε, για πρώτη φορά, με τη μοναδική ανάγνωστική απόδοση του Γιώργου Σαββίδη, στίχους από τη σεφερική “εντεψίζικη” μίμηση του Ερωτόκριτου. Η Λάρνακα έγινε από εκείνο το βράδυ ο αποκλειστικός χώρος διαμονής του Γιώργου Σαββίδη, κατά τις τακτικές επισκέψεις του στην Κύπρο και οι μικρή ομάδα των νέων φίλων του στην πόλη (στην οποία προστέθηκε και ο Νίκος Νικολάου) προνομιακοί σύντροφοι των περιδιαβάσεών του.           

     Ο θαυμάσιος στίχος από τον “Οδυσσέα” του Τέννυσον “είμαι είνα κομμάτι από όλα όσα έχω συναντήσει” [I am a part of all I have met] κρύβει πολλή αλήθεια, παραγνωρίζει όμως ένα άλλο ουσιώδες στοιχείο αυτών των συναντήσεων, το διαφορετικό μέγεθος της επίδρασής τους. Στην περίπτωσή αυτή θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι η φιλία του Θεοδόση Νικολάου και του Γιώργου Π. Σαββίδη, διαμόρφωνε καθοριστικά στη συγκρότηση του κόσμου των νεότερων φίλων τους. Από τη συνάντηση μαζί τους, μια αληθινή ευλογία που ελάχιστες φορές μπορεί να συμβεί στη σύντομη διαδρομή μιας ζωής, δεν είχαμε τη δυνατότητα να ανταποδώσουμε επί ίσοις όροις όσα εκείνοι από περίσσεια ψυχής και απόθεμα γνώσης πρόσφεραν.

Ψηφίδες [ii]

Προσπάθειες έκδοσης περιοδικού

Γύρω στο 1972-1973 είχαμε σειρά επαφών στην “καντίνα” του ΡΙΚ με σκοπό την έκδοση περιοδικού λογοτεχνίας και γενικότερου προβληματισμού. Οι συναντήσεις, από κάποιο σημείο και ύστερα, στηρίχτηκαν από τον Ανδρέα Χριστοφίδη και γίνονταν στο γραφείο του. Συμμετείχαν διάφοροι. Ανάμεσά τους θυμάμαι τους Κώστα Μόντη, Κυριάκο Χαραλαμπίδη, Μιχάλη Πασιαρδή (παρευρέθηκε μονάχα σε κάποιες συναντήσεις), Θεοδόση Νικολάου (τον οποίο γνώρισα εκεί για πρώτη φορά), ίσως τους Παντελή Μηχανικό και Θεοκλή Κουγιάλη.

     Κάναμε εκτενείς συζητήσεις για τη μορφή του περιοδικού, ακούστηκαν εισηγήσεις κάθε λογής –μερικές εντελώς εκτός πραγματικότητας, ετοιμάστηκαν προτάσεις και φθάσαμε μέχρι και στο όνομα του περιοδικού  (ο Ανδρέας Χριστοφίδης πρότεινε να ονομαστεί Αλλαγή). Η λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων για να προχωρήσουμε στην έκδοση καθυστέρησε (ίσως λόγω των πολλών ασχολιών του Α. Χριστοφίδη, ο οποίος είχε αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο) και μας βρήκε η καταστροφή του 1974, οπότε οι προτεραιότητες είχαν αλλάξει. 

Published in: on Οκτώβριος 9, 2008 at 12:01 μμ  Σχολιάστε