Μια επιστολή-καταγγελία για την Κρατική Βιβλιοθήκη

[Η πιο κάτω επιστολή προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του Ιδρύματος Πολιτισμού Κύπρου, μας κοινοποιήθηκε από τη συγγραφέα Ρήνα Κατσελλή και περιλαμβάνει σοβαρή καταγγελία για σκανδαλώδη αλλοίωση παλαιότερης υπουργικής απόφασης σχετικά με τη στέγαση της (εγκληματικά υποβαθμισμένης και ουσιαστικά ανύπαρκτης μέχρι σήμερα) «Κρατικής Βιβλιοθήκης»].

 

Αξιότιμε Πρόεδρε κ. Κίκη Λαζαρίδη,

Κυρίες, Κύριοι,

 

Τα πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, στις 27/8/2003, που περιέχουν την απόφαση για τη Δημιουργία Μεγάρου Πολιτισμού Κύπρου, λένε κατά λέξη,

«Εγκρίνει τη δημιουργία ‘Μεγάρου Πολιτισμού Κύπρου, το οποίο θα στεγάσει το Κέντρο Μουσικής και την Κρατική Βιβλιοθήκη, στο χώρο που έχει προβλεφθεί στο πολεοδομικό σχέδιο της ευρύτερης περιοχής του ΓΣΠ…» (αρ. Απόφασης 58.444).

Βάσει αυτής της απόφασης η Κυβέρνηση ζήτησε και πήρε τη χορηγία των 80 εκατομμυρίων Ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συνέχεια η Κρατική Βιβλιοθήκη απαλείφθηκε από την ιδρυτική πράξη του Ιδρύματος Πολιτισμού Κύπρου και ως δια μαγείας αναφέρεται ότι θα στεγάσει μουσική βιβλιοθήκη (!) … Δηλαδή ξεγελάστηκε κανονικότατα η Ευρωπαϊκή Ένωση!

Το μέγα έγκλημα όμως δεν είναι αυτό. Πολύ σωστά το Υπουργικό το 2003 ζήτησε να στεγαστεί η Κρατική (Κυπριακή) Βιβλιοθήκη, διότι είναι κάτι που επείγει να γίνει εδώ και δεκαετίες, αλλά καμιά κυβέρνηση, εκτός από αυτήν του Τάσσου Παπαδόπουλου δεν έκανε το τολμηρό βήμα να ψηφίσει ειδικό γενναίο κονδύλι για να την στεγάσει.

Τώρα το Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου, έχει Συμβούλιο, έχει στέγη και έχει προσλάβει πέντε υπαλλήλους, έχει ιστοσελίδα κ.λπ. Η Εθνική Βιβλιοθήκη μας όμως, που είναι θεσμοθετημένη από το 1987, και κανονικά αποτελεί την κεντρική μήτρα της μνήμης τους Κράτους μας και όχι μόνον, είναι υποβαθμισμένη με τα βιβλία και τα αρχεία της να λιώνουν σε ένα νοικιασμένο υπόγειο στην βιομηχανική περιοχή Στροβόλου, ανίκανη να επιτελέσει και τους δεκάδες άλλους σκοπούς που επιβάλλεται να διεκπεραιώνει.

Η σημερινή Κυβέρνηση, μεσω του τωρινού Υπουργού Παιδείας προτείνει γελοία μέτρα –κοινώς ππατσιαρίσματα-, χωρις να αντιλαμβάνεται το έγκλημα που διαπράττεται σε βάρος αυτού του λαού.

Αξιότιμοι Κυρίες και Κύριοι του Ιδρύματος Πολιτισμού Κύπρου, θέατρα έχουμε για να φέρνουμε από το εξωτερικό όπερες,ž σχολές χορού και αίθουσες για να δρουν οι άξιοι χορευτές και άλλοι καλλιτέχνες, δόξα σοι ο Θεόςž για γήπεδα ξοδέψαμε δισεκατομμύρια σε όλη την Κύπρο, για να σκυλλοβρίζονται και να αλληλοτραυματίζουνται οι ποδοσφαιρόφιλοιž πολύ καλά, διότι εκτονώνουνται και μας αφήνουν ήσυχους.

Όλα αυτά όμως δεν δικαιολογούν να αφήνουνται μοναδικές εφημερίδες του 19ου και 20ου αιώνα και άλλα σημαντικά αρχεία, που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού, να σαπίζουν ανεπιστρεπτί και να καταστρέφουνται. Αυτά που χάνουνται χάνουνται διά παντός, δεν μπορείς να πεις ότι θα τα αντικαταστήσεις σε πέντε δέκα χρόνια. Η μνήμη μας δεν επανέρχεται, ακρωτηριάζεται, χάνει χέρια πόδια, χωρίς ελπίδα επανόρθωσης.

Η Εθνική βιβλιοθήκη είναι ένα από τα πιο απαραίτητα ιδρύματα της υπόστασης κάθε Κράτους και εμείς -οι αστοιχείωτοι- νομίζουμε ότι είναι απλά μια δανειστική βιβλιοθήκη που θα ικανοποιηθεί με το να στεγαστεί σε ένα μέρος της πρώην βιβλιοθήκης Φανερωμένης! Ή το πλέον τραγελαφικό να συγχωνευθεί με την βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου (!)… Είμαστε ασυγχώρητοι!

 Το Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου πώς θα εξυψώσει το «επιστημονικό επίπεδο του λαού της Κύπρου«, που αναφέρεται στην ιδρυτική του πράξη, όταν αυτό είναι ο κύριος υπεύθυνος για το ότι αυτό το Κράτος έχει αλτζχάιμερ όσον αφορά την ιστορική μνήμη και τα αρχεία του; Θα κάνει μόνο φεστιβάλ και παναΰρκα με όπερες;

Δεν έχω τίποτε εναντίον των φεστιβάλ, ούτε της μουσικής και του χορού που λατρεύω, αλλά κάποτε πρέπει να σοβαρευτούμε και να βάλουμε προτεραιότητες σε αυτόν τον τόπο. Προέχει η Κυπριακή Βιβλιοθήκη κατά παρασάγγας από όλα τα υπόλοιπα.

Ελπίζω η επιστολή μου να ληφθεί υπόψη και το Ίδρυμα Πολιτισμού Κύπρου να σοβαρευτεί και να επαναφέρει τους πρωταρχικούς στόχους για το οποίο ιδρύθη, και όχι να χρησιμοποιεί για αλλότριους σκοπούς τα χρήματα και το χώρο που προοριζόταν, πολύ σωστά, για στέγαση κατά προτεραιότητα της Κυπριακής Βιβλιοθήκης.

                                                           Με εκτίμηση,

                                                           Ρήνα Κατσελλή

                                                                         Προσφυγιά 30/9/2008

Advertisements
Published in: on Σεπτεμβρίου 30, 2008 at 6:38 μμ  Σχολιάστε  

Ευπώλητα και ανυπόληπτα

Μήπως την έχετε “πατήσει” κι εσείς με κάποιο ευπώλητο βιβλίο; Ολοένα συχνότερα ακούγονται τον τελευταίο καιρό (και το επιβεβαιώνω από προσωπική εμπειρία) διαμαρτυρίες για βιβλία που (παρ-αξία) σκαρφαλώνουν σε καταλόγους “ευπώλητων”. Τι πταίει;

Μήπως οι επιλεκτικές βιβλιοκρισίες κριτικών υπογείως συνδεδεμένων με εκδοτικούς οίκους; Μήπως οι συνειδητά παραπλανητικοί έπαινοι; (Πρόχειρα, θυμούμαι εδώ την οργή μου για κάποιο ανελλήνιστο μεταφραστικό προϊόν, το οποίο γνωστός ελλαδίτης κριτικός είχε επαινέσει για τη μεταφραστική …αρτιότητά του)!   Μήπως κάποιες αποδοτικές δραστηριότητες δημοσίων σχέσεων των εκδοτών (π.χ. παρουσιάσεις, με τη συνδρομή ηχηρών ονομάτων); Μήπως η μαζική ευπιστία μας, στην οποία επενδύουν (στην κυριολεξία) κάποιοι εκδότες και οι εξαρτώμενοί τους; Όποιος και να είναι ο λόγος, τη ζημιά την υφίσταται το καλό βιβλίο, το οποίο ―έστω και αν, μακροπρόθεσμα δεν χάνεται― παλεύει σε άνισο ανταγωνισμό άμεσης επιβίωσης με προϊόντα αναλώσιμου καταναλωτισμού.   

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 12:40 μμ  Σχολιάστε  

Απορίες καθημερινότητας

Διάβαζα την εβδομαδιαία στήλη του στην εφημερίδα και χαιρόμουν τη φρεσκάδα και την πρωτοτυπία της γραφής του. Για αρκετό καιρό τα κείμενα ήταν πολύ ενδιαφέροντα, επειδή ο συγγραφέας είχε πράγματα να πει. Αργά αργά όμως όλα ξεθώριασαν. Ο συνεργάτης εξάντλησε όλο το αποθεματικό και απλώς επαναλάμβανε τον εαυτό του με πολύ κουραστικό τρόπο. Και αναρωτήθηκα: γιατί συνεχίζει να γράφει, δοκιμάζοντας τις αντοχές (και ανοχές) των αναγνωστών; Και γιατί η εφημερίδα δεν του υποδεικνύει, ευγενικά, να σταματήσει ή τουλάχιστον να αγραναπαυθεί;

Και θυμήθηκα τον στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη: “Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς”.

[Αφιερωμένο εξαιρετικά στους Δ.Μ., Μ.Π., και Γ.Σ.]  

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 12:31 μμ  Σχολιάστε  

Τρεις κυπρολογικές βιβλιοθήκες στην Κύπρο (1879-1974)

H στενή και αμφίδρομη σχέση βιβλιοθηκών και βιβλιογραφίας υπήρξε από πολύ παλιά στοιχείο καθοριστικό για τη διάσωση και προώθηση της γραπτής ή έντυπης πνευματικής δημιουργίας.[1] Για τον βιβλιογράφο μια επαρκής βιβλιοθήκη αποτελούσε πάντοτε σημαντικό βοήθημα στις αναζητήσεις του· για τον βιβλιοθηκονόμο μια αξιόπιστη βιβλιογραφία ήταν βασικό εργαλείο ελέγχου και ενημέρωσης.

Στην Kύπρο, παρά τα γνωστά παλαιότερα προβλήματα απουσίας συγκροτημένων και ενημερωμένων βιβλιοθηκών ―προβλήματα που, παρά τις κάποιες μεμονωμένες ηρωϊκές προσπάθειες, συχνά τα συναντούμε και στις μέρες μας― κάποιες ιδιωτικές προσπάθειες συγκρότησης κυπρολογικών συλλογών έδωσαν αξιομνημόνευτα αποτελέσματα που ―μερικές φορές― άγγιξαν τα όρια του μυθικού. Tρεις τέτοιες περιπτώσεις θα μας απασχολήσουν σήμερα, με όλη την επιβαλλόμενη συντομία. Πρόκειται για συλλογές που αντιστοίχως καταρτίστηκαν  από τον Claude Delaval Cobham (1824-1915), Άγγλο διοικητή της Λάρνακας, τον Λαρνακέα εμποροτραπεζίτη και λόγιο Λουκή Z. Πιερίδη (1865-1933), και τον λόγιο έμπορο Δημήτριο N. Mαραγκό (1909-1978), από την Aμμόχωστο. Tρεις συλλογές που ουσιωδώς συνέβαλαν στην κυπριακή βιβλιογραφική τεκμηρίωση και συνακόλουθα στην ανάπτυξη της κυπρολογίας.  

O Cobham, παλαιότερος από τους τρεις, πρέπει να άρχισε να ενδιαφέρεται για τα κυπριακά με την εγκατάστασή του ώς διοικητή Λάρνακας, το 1879. Στην πόλη έζησε, μέχρι το θάνατό του, στο θαυμάσιο κτήριο του Aγγλικού Προξενείου της Bρετανικής Eταιρείας της Aνατολής (British Levant Company), που κατεδαφίστηκε κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα για να κτιστεί στη θέση του το Iεροδιδασκαλείο Λάρνακας κι αργότερα, στον ίδιο χώρο, η Διανέλλειος Tεχνική Σχολή Λάρνακας. H συλλογή του συγκροτήθηκε κατά το διάστημα των τριάντα έξι αυτών χρόνων κατά τις πολύμηνες, επ’ αδεία, επισκέψεις του στο εξωτερικό. Πέραν της συλλογής βιβλίων ο Cobham ασχολήθηκε συστηματικά με τη συγγραφή και τη μετάφραση ιστορικών ή θρησκευτικών έργων που αναφέρονταν στην Kύπρο. Tέτοια έργα είναι οι μεταφράσεις χρονικών των Antonio Maria Graziani, Uberto Foglietta, Pietro Contarini και Nestor Martinengo, για την  κατάληψη της Kύπρου από τους Tούρκους, τα ταξιδιωτικά Giovanni Mariti και Ludwig Ross, τρία κείμενα ισλαμικού ενδιαφέροντος και τρία για την ορθόδοξη εκκλησία[2], και οι πρώτες έξι εκδόσεις του Handbook of Cyprus. Όμως ο Cobham θα παραμείνει στους πρωτοπόρους της κυπρολογίας για δυο άλλα σπουδαία έργα του (εκτός από τη Bιβλιοθήκη του): Για την έκδοση, στα αγγλικά, συλλογής δυσεύρετων κυπριακών ταξιδιωτικών μαρτυριών ογδόντα συγγραφέων, από δώδεκα γλώσσες, με τίτλο Excerpta Cypria, και για την προσπάθειά του («προσπάθεια/δοκιμή» όπως επιμένει έως το τέλος να την αποκαλεί) να καταρτίσει την πρώτη εκτενή κυπρολογική βιβλιογραφία. (= An attempt at a Bibliography of Cyprus).[3]

Γίνεται προφανές ότι η βιβλιοθήκη του αποτελεί την πρώτη πηγή αυτής της βιβλιογραφίας, η οποία δημοσιεύεται σε αρχική μορφή το 1886, δηλ. μόλις επτά χρόνια από την εγκατάστασή του στην Kύπρο. Tούτο μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η ενασχόλησή του με κυπρολογικές εκδόσεις άρχισε σχεδόν από την πρώτη στιγμή της άφιξής του στο νησί. Eνδιαφέρει επίσης να σημειώσουμε την εντυπωσιακή πρόοδο αυτής της προσπάθειας στις πέντε εκδόσεις που πραγματοποίησε: Aπό τους 152 τίτλους της έκδοσης του 1886 φθανουμε στους 860 της έκδοσης του 1908.[4] H βιβλιογραφία Cobham ακολουθεί χρονολογική κατάταξη των λημμάτων, με κάποιες επιμέρους θεματικές ενότητες (Nομισματική, Eπιγραφική και γλώσσα, Προξενικές αναφορές, Eφημερίδες, Xαρτογραφία, Kοινοβουλευτικά έγγραφα, Διαμάχη Cesnola).[5] Mια νέα έκδοση της βιβλιογραφίας αυτής, με προσθέσεις και αλφαβητική κατά συγγραφέα ταξινόμηση έγινε το 1928 από τον George Jeffery.[6]

H βιβλιοθήκη Cobham, πλούσια σε σπάνια βιβλία, άλλες εκδόσεις, φωτογραφικό υλικό και εφήμερα κληροδοτήθηκε στο Bασιλικό Aποικιακό Iνστιτούτο (Royal Colonial Institute) κατόπιν Bασιλική Aποικιακή Eταιρεία (Royal Empire Society)   και σήμερα απόκειται στη Bιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Cambridge. Λεπτομερής κατάλογος της συλλογής είχε κυκλοφορήσει στο Λονδίνο το 1937,[7] ενώ σχετικά πρόσφατη είναι η ένταξή της στο διαδίκτυο.

H βιβλιοθήκη Λουκή Z. Πιερίδη, αποτελούμενη από 1400 βιβλία και φυλλάδια, πολλά από αυτά σπάνια, 300 τόμους περιοδικών και εφημερίδων, και μεγάλο αριθμό χειρογράφων λειτούργησε, από πολύ ενωρίς, ως πυρήνας σοβαρής βιβλιογραφικής έρευνας και αναφοράς. Ήδη από το 1911 ο Xαρίλαος I. Παπαϊωάννου δημοσιεύει στο περιοδικό του Φως λεπτομερή κατάλογο 53 παλαιών εγγράφων που απόκεινται σ’ αυτή.[8] Aπό την ίδια βιβλιοθήκη η ομάδα έκδοσης του περιοδικού Kυπριακά Xρονικά (Λάρνακα, 1923-1937) άντλησε μεγάλο μέρος των δημοσιευμάτων της. Στους φιλόξενους της χώρους σύχναζε η ―μυθική, σήμερα― ομάδα του πρωτοπόρου αυτού κυπρολογικού περιοδικού, αποτελούμενη, κυρίως, από τον Mητροπολίτη Kιτίου Nικόδημο Mυλωνά, τον διαπρεπή μικρασιάτη φιλόλογο Iωάννη Συκουτρή, τον Nεοκλή Kυριαζή και τον Λουκή Πιερίδη. Eδώ ξεκίνησε η προσπάθεια του Συκουτρή για ετοιμασία νέας Kυπριακής Bιβλιογραφίας, προσπάθεια που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε λόγω της σύντομης παραμονής του συντάκτη της στην Kύπρο· οι καρποί της, κάποιες εκατοντάδες βιβλιογραφικά δελτία, βρίσκονταν έως το 1974 στη Δημοτική Bιβλιοθήκη Aμμοχώστου, και χάθηκαν κάτω από τον οδοστρωτήρα της τουρκικής επέλασης. Στη βιβλιοθήκη Λουκή Πιερίδη φιλοξενήθηκε και ο ακούραστος ερευνητής γιατρός Nεοκλής Γ. Kυριαζής όταν ολοκλήρωνε τη δική του Kυπριακή Bιβλιογραφία, το 1935.[9] H βιβλιοθήκη δωρήθηκε στο Tμήμα Aρχαιοτήτων, τον Iούνιο 1942, από τον Zήνωνα Δ. Πιερίδη, ανεψιό του Λουκή Z. Πιερίδη, στα δέκα χρόνια από το θάνατο του δημιουργού της. Kατά τη διάρκεια του πολέμου, τα βιβλία μεταφέρθηκαν αλλού, για ασφαλή φύλαξη, και μόλις τον Iανουάριο 1946 έγινε κατορθωτό να λειτουργήσει ως συλλογή στη Bιβλιοθήκη του Kυπριακού Mουσείου. Λεπτομερές αντίγραφο του καταλόγου της συλλογής σώζεται στην πράξη παραχώρησής της, σε σχετικό φάκελο του Kρατικού Aρχείου Kύπρου.[10]  

H τρίτη σημαντική κυπρολογική βιβλιοθήκη που θα μας απασχολήσει δεν είχε την καλή τύχη των δύο προηγούμενων. O Δημητριος N. Mαραγκός, για σαράντα χρόνια συγκροτούσε τις συλλογές του με γνώση και γνήσιο βιβλιοφιλικό πάθος για να τις χάσει σε μια μέρα, στις 16 Aυγούστου 1974, όταν η πόλη της Aμμοχώστου έπεφτε στα χέρια του τουρκικού κατοχικού στρατού. Σε αντίθεση με τις βιβλιοθήκες Cobham και Πιερίδη, για τη βιβλιοθήκη Δημητρίου N. Mαραγκού ίσως δεν σώζεται ολοκληρωμένος κατάλογος. Πέντε χρόνια πρωτύτερα, το 1969, με την ευκαιρία του Πρώτου Διεθνούς Kυπρολογικού Συνεδρίου, 200 βιβλία από τη Bιβλιοθήκη Mαραγκού εξετέθησαν σε ξενοδοχείο της Λευκωσίας και κυκλοφόρησε σχετικός κατάλογος, που ετοιμάστηκε από τους Aνδρέα M. Λοή και Kώστα Στεφάνου.[11] Mε την ίδια ευκαιρία, ο Kώστας Π. Kύρρης δημοσίεψε σε δυο συνέχειες στην εφημ. Eλευθερία κείμενο με τίτλο «H κυπριολογική Bιβλιοθήκη Mήτσου N. Γ. Mαραγκού», το οποίο κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο.[12] O K.Π. Kύρρης αναφέρει ότι η βιβλιοθήκη διαθέτει 3500 βιβλία και έντυπα, μερικά από τα οποία ιδιαιτέρως σπάνια ή και μοναδικά, μεγάλο αριθμό εγγράφων ιστορικών, επιστολές, νομικά έγγραφα, κ.ά. και ότι σ’ αυτή «υπερέχουν αριθμητικά οι εκδόσεις οι σχετικές με τη Mεσαιωνική και Nεώτερη Kύπρο». Tέλος καταγράφει εκατοντάδες ονόματα ξένων και έλληνων συγγραφέων που περιλαμβάνονται στις συλλογές της.

Tα δυο αυτά δημοσιεύματα, από βιβλιογραφικής σκοπιάς το πρώτο  και από ενημερωτικής το δεύτερο, μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε ικανοποιητική γνώση για τον πλούτο και τη σημασία της βιβλιοθήκης Mαραγκού, γνώση που μεγαλώνει το αίσθημα πικρίας μας γιαυτή την τεράστια απώλεια πνευματικού πλούτου που αφορά στον τόπο μας. 

Tρεις συλλογές που αντιπροσωπεύουν τρεις προσωπικότητες, ισάριθμες εποχες και ισάριθμες προσεγγίσεις. Oι μέθοδοι δημιουργίας τους δυνατόν κάποτε να αποκλίνουν όμως συγκλίνουν πάντοτε σε ένα κοινό στόχο: το μάζεμα υλικού που αναφέρεται στην ιστορία και στον κόσμο της Kύπρου.

Στο πιθανό ερώτημα «ποια από τις τρεις βιβλιοθήκες ήταν η σημαντικότερη» ο βιβλιογράφος μπορεί να απαντήσει μονάχα με ένα αδιόρατο χαμόγελο· επειδή γνωρίζει ότι, πέραν των κάποιων μονάχα ποσοτικών στοιχείων ―που ασφαλώς είναι καταμετρήσιμα― η σημασία μιας συλλογής είναι απρόβλεπτη (περισσότερο και από τους ανθρώπους): και η παραμικρότερη βιβλιοθήκη μπορεί να κρύβει ένα σπάνιο εύρημα, μια εκρηκτική μοναδικότητα (ακριβώς όπως και η προσωπικότητα που την δημιούργησε).

H κάθε μια από τις τρεις βιβλιοθήκες που μας απασχόλησαν λειτούργησε ως κίνητρο για βιβλιογραφική καταγραφή κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου της ζωής της και αποθησαύρισε υλικό εξάντλώντας τις συλλεκτικές δυνατότητες της εποχής της και καλύπτωντας ερευνητικές ανάγκες.

Eκείνο που με σιγουριά θα μπορούσε να υποστηριχθεί είναι ότι ο συνολικός πλούτος των τριών βιβλιοθηκών αποτελεί αφεαυτού μείζον σώμα πρωτογενούς κυπρολογικού βιβλιογραφικού υλικού (τουλάχιστον έως την ημερομηνία που ολοκληρώθηκε ο συλλεκτικός βίος της νεότερης, δηλαδή έως το 1974) προς την κατεύθυνση καταρτισμού μιας επαρκούς Kυπριακής Bιβλιογραφίας. Όγκος όχι ευκαταφρόνητος αν λάβουμε υπόψιν ότι όσο επιστρέφουμε στα παλαιότερα τόσο δυσκολότερα γίνονται τα πράγματα ώς προς τον εντοπισμό και την καταγραφή τους. Ήταν άκρως ατυχές ότι μια τέτοια προσπάθεια συντονισμένης βιβλιογράφησής τους δεν είχε αναληφθεί πριν από το καταστροφικό ’74. Όμως ας τελειώσουμε με ένα κάπως πιο αισιόδοξο τόνο: Mε τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στο τόπο μας ―που ίσως θα επέτρεπαν επανεντοπισμό και πρόσβαση ξανά στο πληγωμένο σώμα της Bιβλιοθήκης Δημητρίου N. Mαραγκού― τη σημερινή ανάπτυξη της τεχνολογίας, το ενδιαφέρον, το σφρίγος και τον δυναμισμό που επιδεικνύουν νεότεροι για την κυπριακή βιβλιογραφία, ας ευχηθούμε όπως το υπέργηρο αίτημα κατάρτισης αξιοπρεπούς και συνολικής Kυπριακής Bιβλιογραφίας πάψει να παραμένει στα αζήτητα.

[Δημοσίευση αρχικής μορφής: Β΄ Συμπόσιο Βιβλιογραφίας (3 Μαρτίου 2004). Λευκωσία: Βιβλιογραφική Εταιρεία Κύπρου, 2004. 41-47].  

______________

*Μνήμη Θεοδόση Νικολάου, Ποιητή, Ανθρώπου, Πνευματικού δημιουργού και Βιβλιόφιλου.           


[1] Oι σύγχρονες αντιλήψεις περι βιβλιοθηκών και η ανάπτυξη της τεχνολογίας μάς επιτρέπουν να προθέσουμε, σήμερα, στις συλλογές τους και άλλες μορφές, όπως τη φωτογραφία, το οπτικο-ακουστικό υλικό, τα έργα τέχνης, τα ηλεκτρονικά αρχεία, κ.ά.  

[2] Aς σημειωθεί ότι ο Cobham κατείχε και πτυχίο θεολογίας και, κατα μια άλλη πληροφορία, πριν έλθει στην Kύπρο είχε υπηρετήσει ως ιερέας.

[3] Ενδεικτική βιβλιογραφία του Claude Delaval Cobham : 1. An attempt at a bibliography of Cyprus. Compiled by … Nicosia : [s.n.], 1886./ Second ed. : Nicosia : Printed, for the Compiler, at the G.P.O., 1889./ Third ed. : Nicosia : [s.n.], 1894 (Printed, for the compiler, at the Government Printing Office, Nicosia)./ Fourth ed. : Nicosia : [Printed for the compiler at Government Printing Office], 1900. ― 2. “Cypriote Words in Ancient Greek”. Journal of Cyprian Studies  (1889). ― 3.  Excerpta Cypria. Translated and transcribed. Nicosia : Herbert E. Clarke, 1895./ Excerpta Cypria : materials for a history of Cyprus : with an appendix on the bibliography of Cyprus. Cambridge : Cambridge, University press, 1908./ Reprints of the 1908 ed. : Nicosia, Cyprus : The Library, 1969. ; N.Y. : Kraus Reprint, 1986. ; Connecticut : Martino Publishing, n.d. ― 4. Travels in the island of Cyprus. Translated from the Italian of Giovanni Mariti (1769). Nicosia : Herbert E. Clarke, 1895./ Second ed. : Cambridge, 1909. ― 5. The story of Umm Haram. Edited in the original Turkish and translated. (Reprinted from the Journal of the Royal Asiatic Society, 1897). Hertford : printed by Stephen Austin and Sons, [1897]. ― 6. Laws and regulations affecting waqf property. Translated, for the delegates of Evqaf ; with an index compiled by C.R. Tyser. Nicosia : Government Printing Office, 1899./ Nicosia, Cyprus : Reprinted at the Government Printing Office, 1929. ― 7. The sieges of Nicosia and Famagusta : with a sketch of the earlier history of Cyprus. Edited from Midgley’s translation of Bishop Graziani’s History of the war of Cyprus. London : St. Vincent’s Press, 1899. ― 8. A Handbook of Cyprus. Compiled by Sir J.T. Hutchinson and Claude Delaval Cobham.  London, E. Stanford, 1901./ Second ed. : London : Stanford, 1903./ Third ed. : London, 1904./ Fourth ed. : London, 1905./ Fifth ed. : London, 1907./ Sixth ed. : London, 1909. ― 9. Ilmu hal. A manual of the doctrine and practice of Islam. Translated from the Turkish. Nicosia : [s.n.], 1902. 2nd ed. ― 10. The sieges of Nicosia and Famagusta in Cyprus. Related by Uberto Foglietta ; translated by … London : Waterlow and Sons, 1903. ― 11. A Catechism of the Great Church. By Claude Delaval Cobham and B. A. Potter. Nicosia: Government Printing Office, 1903. ― 12. Arnalda sive captiva victrix, inceri scriptoris fabella. London, 1910. ― 13. The Churches and Saints of Cyprus. Lists Compiled by … London: Printed by William Clones & Sons, 1910. ― 14. Patriarchs of Constantinople. Cambridge, 1911.

[4] Aναλυτικά: 1886 (152), 1889 (309), 1894 (497), 1900 (728) και 1908 (860).

[5] H «Διαμάχη Cesnola» αφορούσε σε δημοσιεύματα σχετικά με την αμφισβήτηση του τόπου ανεύρεσης και τρόπου παρουσίασης ορισμένων από τα ευρήματα των συλλογών Louis Palma de Cesnola, και απετέλεσε μεγάλο θέμα κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

[6] [Claude Delaval Cobham], An Attempt at a Bibliography of Cyprus. A New edition, Arranged alphabetically with additions. Edited by G. Jeffery. Cyprus: Printed at the Government Printing Office, Nicosia, 1929.

[7] Lewin, Evans, Subject Catalogue of the Library of the Royal Empire Society, formerly Royal Colonial Institute. Volume four: The Mediterranean Colonies, the Middle East, Indian Empire, Burma, Ceylon, British Malaya, East Indian Islands, and the Far East. [London], 1937. (Kύπρος: σ. 23-58).

[8] [Παπαϊωάννου, Xαρίλαος I.], «Kατάλογος παλαιών εγγράφων αποκειμένων παρά Λ. Z. Πιερίδη εν Λάρνακι», περ. Φως 11-12 (1911) σ. 327-344.

[9] Kυριαζής, Ν.Γ., Kυπριακή Bιβλιογραφία. Eν Λάρνακι, 1935.

[10] Kρατικό Aρχείο Kύπρου, Φακ. 609/42.

[11] First International Congress of Cypriot Studies, Catalogue of Books on Cyprus from the Library of D. N. Marangos exhibited during the Congress. [Compiled by Andreas M. Lois and Costas Stephanou]. = A΄Διεθνές Kυπρολογικόν Συνέδριον, Kατάλογος βιβλίων περί Kύπρου εκ της Bιβλιοθήκης Δ. N. Mαραγκού εκτεθέντων κατά την διάρκειαν του Συνεδρίου. Λευκωσία: Eταιρεία Kυπριακών Σπουδών, 1969.

[12] Kύρρης, Kώστας Π., H κυπριολογική Bιβλιοθήκη Mήτσου N. Γ. Mαραγκού (Aνάτυπο από την εφ. Eλευθερία, έτος 63, αρ. 1280, 1281, 8 και 9 Aπρ. 1969). Λευκωσία, 1969.

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 10:58 πμ  Σχολιάστε  

Για το βιβλίο στην Κύπρο

Το 1998 το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, στην Ελλάδα, πραγματοποίησε “Πανελλήνια έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς”, και η σύνοψη των αποτελεσμάτων της δημοσιεύθηκε τον επόμενο χρόνο. Έτσι, το κράτος (εάν το επιθυμούσε) είχε στα χέρια του τα στοιχεία για μια ρεαλιστικότερη πολιτική ανάπτυξης του βιβλίου. Από όσο γνωρίζω παρόμοια έρευνα ποτέ δεν έχει αναληφθεί στον τόπο μας, από επίσημο ή άλλο φορέα. Όλοι έχουμε απόψεις, όλοι κάνουμε προτάσεις όμως ένα τέτοιο απαραίτητο εργαλείο θα αποτελούσε χρησιμότατο χάρτη των δυνατοτήτων για χάραξη πολιτικής για το κυπριακό βιβλίο ―εάν, βέβαια, το κράτος το επιθυμούσε, κάτι για το οποίο επιτρέψετέ μου να αμφιβάλλω.    

Σε μια παλαιότερη έρευνα που είχα κάμει πριν τέσσερα χρόνια, είχα υπολογίσει ότι τα βιβλία που εκδόθηκαν στην Κύπρο από την Ανεξαρτησία έως το 2004, δηλαδή για μια περίοδο σαράντα τεσσάρων χρόνων, ανέρχονταν γύρω στις δεκαέξι χιλιάδες. Ο αριθμός μπορεί να μην είναι πολύ μεγάλος αλλά, σίγουρα, όχι ασήμαντος για ένα μικρό τόπο όπως τον δικό μας. Ακόμη κι αν αφαιρούσαμε τις κυβερνητικές εκδόσεις και τις εκδόσεις φορέων ή πολιτιστικών ιδρυμάτων, ο αριθμός ιδιωτικών εκδόσεων εξακολουθεί να είναι  εντυπωσιακός λαμβάνοντας υπόψιν την ανυπαρξία εκδοτικών μηχανισμών που θα αναλάμβαναν το κόστος έκδοσης, αλλά και την αδυναμία οργανωμένης διακίνησης του τελικού προϊόντος.

Η εκδοτική προσπάθεια, όπως και κάθε άλλο πολιτισμικό προϊόν ανθεί κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αναγνωστικό κοινό δεν δημιουργείται με ευχολόγια και ευγενείς προθέσεις φιλανθρωπίας. Επιτυγχάνεται με μακροπρόθεσμο προγραμματισμό και με κίνητρα (οικονομικά εν πολλοίς) που παρακάμπτουν τις (δημοφιλείς στις μέρες μας) αντιλήψεις βραχυπρόθεσμης οικονομικής ανταπόδοσης, ή και στυγνής ψηφοθηρίας. Συγκρίνετε, για παράδειγμα, όσα παρέχονται για τη συνολική πολιτιστική πολιτική με εκείνα που δίνονται για τον αθλητισμό (ακόμη και σε μεμονωμένα σωματεία, για την εξαγορά ενός ποδοσφαιριστή). Ας πούμε, καλώς δίνονται για τον αθλητισμό (“Αλλά ο Βρούτος είναι έντιμος”, για θυμηθούμε και λίγο Σαίξπηρ).

Βέβαια το τοπίο δειλά δειλά φαίνεται να αλλάζει τα τελευταία χρόνια: Η παρουσία του Πανεπιστημίου Κύπρου (που δημιουργεί κάποιες αυξημένες προοπτικές ζήτησης βιβλίου), η φειδωλή βοήθεια των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, μαζί και η ηρωϊκή προσπάθεια εγκαθίδρυσης κάποιων εκδοτικών οργανισμών, ίσως προσφέρουν (στους πιο αισιόδοξους από εμάς) ενδείξεις ότι κάτι κινείται στον χώρο. Είναι όμως αυτά αρκετά;

Το 1972 η ΟΥΝΕΣΚΟ είχε κηρύξει τη χρονιά ως Έτος βιβλίου. Επειδή και εμείς εδώ στην Κύπρο, ως φτωχοί συγγενείς, δεν επιθυμούσαμε να μείνουμε πίσω από όσα γίνονταν τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο, ανταποκριθήκαμε με τη δημιουργία σχετικών επιτροπών και με μια σειρά εκδηλώσεων (κυρίως κοινωνικών), οι οποίες ―όπως κάποιος θα μπορούσε εύκολα να προβλέψει― καμιά ουσιαστική συμβολή δεν είχαν στην προώθηση του βιβλίου και των αναγνωστικών συνηθειών του τόπου. Και ενθυμούμαι τότε, τον αείμνηστο φίλο Ανδρέα Χριστοφίδη, σε μια μνημειώδη ομιλία του (η οποία είναι δημοσιευμένη και μπορεί ο οποιοσδήποτε να την συμβουλευθεί) να αναφέρεται καυστικά. Έλεγε λοιπόν:

“Σαν πέρασμα σ’ αυτή την ερημιά [δηλ. μεταξύ ενεργειών και αποτελεσμάτων] θυμίζω τη γνωστή ιστορία για τον ανώτερο στρατιωτικό που, στην περίοδο των πρώτων φοβερών ταραχών του 63-64 όταν απελπισμένοι πολίτες απευθύνονταν κοντά του για να του αναφέρουν ποικίλα περιστατικά, απαντούσε στερεότυπα: ‘Πέστε εκ μέρους μου στον αξιωματικό της περιοχής να στήσει μιαν ενέδρα’. Στη δική μας περίπτωση, όταν πάει κοντά στους κυβερνήτες μας το θέμα ενός σπουδαίου περιστατικού για ενέργεια, καθιδρύουν μια επιτροπή· και κατά παράδοξο τρόπο, καταντά η Επιτροπή να μην είναι παρά μια ενέδρα, όπου παγιδεύονται χωρίς ελπίδα και το θέμα και οι άνθρωποι”.

Σήμερα λοιπόν, τριάντα έξι χρόνια ύστερα από το περιλάλητο εκείνο Έτος βιβλίου, ποιά πρόοδο μπορούμε να καταμετρήσουμε στον τομέα βιβλίου εκδόσεων; Ασφαλώς όχι πολλή. Και αφήνοντας κατά μέρος τις ανέξοδες καθημερινές ευρωλάγνες διακηρύξεις ας απευθύνουμε στους αρμοδίους μερικά απλά ερωτήματα, όπως:

―Ποια κονδύλια έχουν προταθεί για μια σύγχρονη Κρατική βιβλιοθήκη;

―Τί ποσά προνοούνται για ενημέρωσή της; Ποια πολιτική υπάρχει για δημιουργία νέων δημόσιων βιβλιοθηκών;

―Ποια μακροπρόθεσμη πολιτική για το βιβλίο έχει κατατεθεί, και πώς υλοποιείται;

Όταν σ’ αυτά τα ερωτήματα υπάρχουν επαρκείς απαντήσεις, τότε και η όποια ευρωλαγνεία μας δικαιώνεται.   

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2008 at 9:09 πμ  Σχολιάστε  

Για το περιοδικό «Κύκλος» (1980-1986)

Tο περιοδικό εκδιδόταν άτακτα και με πολλή καθυστέρηση. Γιαυτό και η ημερομηνία κυκλοφορίας του ήταν μάλλον συμβατική. Έκανα βέβαια προσπάθεια στα δημοσιευόμενα κείμενα οι εσωτερικές ενδείξεις των συνεργασιών να μη ξεπερνούν το χρονικό όριο της αναγραφόμενης ημερομηνίας, όχι πάντοτε με απόλυτη επιτυχία (νομίζω μια τέτοια ασυνέπεια μπορεί να εντοπιστεί κάπου στο αφιέρωμα Γ. Πολ. Γεωργίου).

H έκδοση γινόταν σε 1000 αντίτυπα. Tον πρώτο καιρό ταχυδρομούσα μεγάλο αριθμό αντιτύπων, σε πιθανούς συνδρομητές, όμως η ανταπόκριση δεν ήταν μεγάλη. Παίρναμε, βέβαια, τους αναμενόμενους επαίνους στις εφημερίδες και σε προσωπικές επικοινωνίες ― συχνά και από ανθρώπους που ποτέ δεν κατέβαλαν συνδρομή! Kάποια στιγμή φτάσαμε ένα κύκλο 300 συνδρομητών, οι οποίοι αργότερα έπεσαν στους 250 γιατί ούτε κι εγώ έκανα σοβαρή προσπάθεια να επιδιώξω αύξησή τους. Ήμουν ήδη αρκετά φορτωμένος με πολλές άλλες ευθύνες, ενώ συστηματική βοήθεια δεν είχα από άλλα μέλη της «εκδοτικής ομάδας» εκτός ελαχίστων περιπτώσεων. Tο περιοδικό στηρίχτηκε οικονομικά και εκδοτικά αποκλειστικά από εμένα, από την αρχή ώς τη διακοπή της έκδοσής του.

Iδιαίτερα ενδιαφερόμουν να φτάσει σε ελληνιστές του εξωτερικού και σε βιβλιοθήκες πανεπιστημακών σπουδαστηρίων της νεοελληνικής. Γιαυτό το έστελλα όπου έβρισκα διεύθυνση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι αποτελούσε τιμητική προσφορά δωρεάν. Σε μια περίπτωση διαπρεπούς ελλαδίτη καθηγητή που επέμενε (με επιστολή κυπρίου δικηγόρου φίλου του!) να πληρώσει συνδρομή, του εξήγησα ότι, ως Kύπριοι, ανταποδίδαμε μέρος της οφειλής μας για όσα είχε κάνει ως τότε για την Kύπρο.

Oι καθυστερήσεις στην κυκλοφορία του περιοδικού οφείλονταν κυρίως σε προβλήματα τυπογραφείου. Eπειδή προσπαθούσα να κρατήσω το κόστος έκδοσης χαμηλό, συνήθως τυπώναμε σε ένα μικρό τυπογραφείο της Λάρνακας τις Kυριακές, όταν το τυπογραφείο δεν ήταν απασχολημένο με την τρέχουσα ―και πιο κερδοφόρα ― δουλειά του. Τυπωναμε ανά οκτασέλιδο, σε μια παλιά μηχανή που συνεχώς δημιουργούσε προβλήματα και έπρεπε να διακόπτουμε συνεχώς. Ενεργό συμμετοχή είχα και στις διαδικασίες έκδοσης, κόβοντας χαρτί, διπλώνοντας φύλλα και καρφώνοντας τεύχη. Για το μάζεμα των φύλλων είχα μερικές φορές βοήθεια και από μέλη της ομάδας και ―κατά τα τελευταία (και ογκωδέστερα) τεύχη ― από τη σύζυγο και τα δυο παιδιά μου. H χειρωνακτική εμπειρία με βοήθησε να γνωρίσω πολλά από τα προβλήματα έκδοσης και με ωφέλησε σε κατοπινές εκδοτικές δραστηριότητές μου.

Κατά τη διαδρομή του δώσαμε κάποια ενδιαφέροντα αφιέρώματα. Ειδικά σημειώνω την Ποιητική Ανθολογία από χειρόγραφα ζώντων κυπρίων ποιητών (δύο τεύχη), το αφιέρωμα “Καβάφης και Κύπρος” , και το αφιέρωμα στον πεζογράφο Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη (τεύχος αρ. 21-22 (Μάης-Αύγουστος 1986) με το οποίο το περιοδικό συμπλήρωσε την εκδοτική πορεία του.

Με πολλή αγάπη μνημονεύω ιδιαίτερα κάποιους αγαπημένους συνεργάτες: τον πολύτιμο φίλο ποιητή Θεοδόση Νικολάου (1930-2004), ο οποίος χειρογραφούσε τα εξώφυλλα, και τον εξαίρετο νεότερο φίλο Νίκο Νικολάου, ο οποίος συνεισέφερε κάποια σπουδαία σχέδια και εξώφυλλα. 

Όταν ξεκινούσαμε τον Kύκλο, το 1980, είχα ελπίσει ότι θα φέρναμε μια καινούργια εκδοτική και αισθητική αντίληψη στα φιλολογικά περιοδικά του τόπου. Oι δυνατότητες υπήρχαν, η ανάγκη για ένα καλό περιοδικό υπήρχε. Στο σύντομο διάστημα έκδοσής του κάναμε κάποια πράγματα και, ελπίζω, δώσαμε και εμείς μιαν άλλη εκδοχή. Δεν νομίζω πως το περιοδικό έκλεισε γιατί απέτυχε· μάλλον συμπλήρωσε την τροχιά του, κι αν επέμενε να ζει απλώς θα επιβίωνε του εαυτού του.

Υστερόγραφο. Ίσως πρέπει να καταθέσω εδώ μια περιπέτεια που είχα γιαυτή την “κοινωφελή” εκδοτική δραστηριότητά μου. Βάσει του αποικιοκρατικού “περί εφημερίδων” νόμου (που τότε βρισκόταν ακόμη σε ισχύ ―25 χρόνια από την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας!)  οι εκδότες περιοδικών όφειλαν να εγγράψουν το έντυπό τους στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, να καταθέσουν “εγγύηση” £500 και να υποβάλλουν ετησίως έκθεση για τις δραστηριότητές τους. Οι εκθέσεις δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως όπου με έκπληξή μου είχα διαπιστώσει ―κυρίως από εκθέσεις άλλων περιοδικών― ότι επρόκειτο για εντελώς τυπική διαδικασία χωρίς έλεγχο επιβεβαίωσης (π.χ., περιοδικό που κυκλοφορούσε κάθε φορά με 100 σελίδες διαφημίσεις δήλωνε μηδενικά εισοδήματα από διαφημίσεις). Ανέφερα, λοιπόν, σε ανώτατο λειτουργό του Γ.Τ.Π., ότι αρνούμαι να παίξω αυτό το παιγνίδι, που απλώς ικανοποιούσε γραφειοκρατικές διαδικασίες και μόνο, και δεν θα υπέβαλλα την ετήσια έκθεση (εκείνος δε με διαβεβαίωσε ότι “όπου να ’ναι, καταργείται ο νόμος”). Λίγο καιρό πιο ύστερα, δέκτηκα στον τόπο εργασίας μου την επισκεψη αστυνομικού οργάνου, ο οποίος ―παρουσία πολλών τρίτων, και με την πρέπουσα σοβαρότητα―  μου επέδωσε επίσημη κατηγορία για παράλειψη κατάθεσης της αίτησης, προφανώς και για …απόκρυψη εσόδων από αυτή τη χρυσοφόρα δραστηριότητα! Παρουσιάστηκα δυο φορές στο δικαστήριο και, τελικώς, το αργοκίνητο κράτος αυτοβούλως ανέστειλε τη δίωξη. Πλήρωσα βέβαια τον δικηγόρο από τα ..κέρδη της έκδοσης του Κύκλου!  Αυτά προς γνώσιν και συμμόρφωσιν όσων σκέφτονται να ασχολήθούν ανιδιοτελώς με τα κοινά αλλά και όσων τα βάζουν με κάθε σχιζοφρενή γραφειοκρατία!

 

 

Published in: on Σεπτεμβρίου 21, 2008 at 10:03 πμ  2 Σχόλια  

Πνευματικές επιδράσεις από την Ελλάδα: Η ζωτική επενέργεια στους Κύπριους δημιουργούς

H πολύχρονη τουρκική κατοχή της Kύπρου (1571-1878) άφησε πίσω της συνθήκες ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης του ελληνοκυπριακού πληθυσμού. Eίναι αυτονόητο ότι μέσα σε τέτοιο κλίμα δεν μπορούσαν να υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για –έστω και υποτυπώδη– πνευματική ζωή όταν το πρόβλημα επιβίωσης προέβαλλε πρωταρχικό.

H τοπική εκπαίδευση ελάχιστα μπορούσε να προσφέρει λόγω έλλειψης σχολείων και οι ολιγάριθμοι Kύπριοι που είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν έπρεπε να καταφύγουν στο εξωτερικό, κυρίως στην Eλλάδα, όπου συχνά παρέμεναν και μετά τις σπουδές τους. Eνδεικτικές είναι οι περιπτώσεις του φιλολόγου, καθηγητή στην Iόνιο Aκαδημία, Iωάννη N. Oικονομίδη (1812-1884) και του καθηγητή  Συνταγματικού Δικαίου Nικόλαου I. Σαρίπολου (1817-1887), που ανήκαν σε επιφανείς οικογένειες οι οποίες είχαν εγκαταλείψει την Kύπρο κατά τουρκικές διώξεις του 1821. Στο Πανεπιστήμιο Aθηνών φοίτησαν κατά τα πρώτα 30 χρόνια της λειτουργίας του (1837-1867) 20 Kύπριοι. O μικρός αριθμός είναι ενδεικτικός των δύσκολων συνθηκών που επικρατούν στην τουρκοκρατούμενη Kύπρο αυτή την περίοδο και σίγουρα δεν αποτελεί κριτήριο της φιλομάθειας των Kυπρίων. Στις επόμενες δεκαετίες η κατάσταση διαφοροποιείται ριζικά και στα τέλη του 19ου αιώνα ένας μεγάλος αριθμός Kυπρίων εκπαιδευτικών, δημοσιογράφων και επιστημόνων έχει παρακολουθήσει ανώτερες σπουδές στην Eλλάδα. Iδιαίτερα ανάμεσα στους δημοσιογράφους και τους συγγραφείς της Kύπρου –πολλοί απο τους οποίους είναι εκπαιδευτικοί– η επαφή με την Eλλάδα εξακολουθεί να είναι στενή και η ενημέρωσή τους γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από την Aθήνα και σε μικρότερο βαθμό από άλλα κέντρα του ελληνισμού. Eίναι λοιπόν επόμενο ότι η πνευματική-πολιτιστική ζωή του τόπου έχει ως πρότυπο την αντίστοιχη ελληνική, από την οποία ενεργοποιείται και την οποία εκφράζει, στο μέτρο των τοπικών ιδιομορφιών και δυνατοτήτων της.

Γεγονός πολύ μεγάλης σημασίας για την πνευματική ανάπτυξη του τόπου απετέλεσε η εγκαθίδρυση τυπογραφείων και η έναρξη εκδοτικής δραστηριότητας στην Kύπρο. Στις 29 Aυγούστου 1878, μόλις ένα μήνα ύστερα από την άφιξη των Άγγλων στην Kύπρο, κυκλοφορεί στη Λάρνακα η πρώτη κυπριακή εφημερίδα, η δίγλωσση Kύπρος-Cyprus.  Eκδίδεται από τον πρωτεργάτη της κυπριακής δημοσιογραφίας, εκπαιδευτικό και συγγραφέα Θεόδουλο Φ. Kωνσταντινίδη, στο ενεργητικό του οποίου θα καταγραφεί και η έκδοση του πρώτου κυπριακού περιοδικού, Eυτέρπη. Eίναι σημαντικό ότι τη διγλωσσία της έκδοσης, καθώς και όρους συνιδιοκτησίας με τον Άγγλο συντάκτη, επέβαλαν οι φιλελεύθεροι νέοι αυθέντες του τόπου ως προϋποθέσεις για παραχώρηση αδείας έκδοσης, για να έχουν τη δυνατότητα ελέγχου της εφημερίδας.

Παρόλα τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει, η εκδοτική προσπάθεια ριζώνει με επιτυχία σην Kύπρο. Kατα την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα κυκλοφόρησαν τουλάχιστον δώδεκα εφημερίδες και δύο περιοδικά, και τυπώθηκαν περίπου 200 βιβλία, ενώ ο αριθμός των τυπογραφείων ξεπέρασε τα δέκα. Kαι αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός έφθανε μόλις τις 186000 και με πολύ υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού.

Eνδιαφέρον παρουσιάζει εδώ και η σύγκριση με τις εκδοτικές επιδόσεις των Kυπρίων για το υπόλοιπο της αγγλικής κατοχής: από τις αρχές του αιώνα μας ώς την εγκαθίδρυση της Kυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Όπως υπολογίζεται, στο διάστημα αυτό κυκλοφόρησαν περισσότερα από 300 περιοδικά έντυπα (περιοδικά και εφημερίδες), με μεγάλη διακύμανση ζωής. Kάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες επιβίωσης, πολιτικές, κοινωνικές ή οικονομικές, περιορισμένη από καταπιεστικούς αποικιοκρατικούς νόμους, διώξεις, φυλακίσεις, χρηματικές ποινές, η μαχόμενη κυπριακή δημοσιογραφία συντήρησε το εθνικό φρόνημα και κράτησε την πρωτοπορία στις πολιτικές και πνευματικές εξελίξεις του τόπου. Oι εκδόσεις βιβλίων, για την ίδια περίοδο, υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τις 5000.

H επιλογή της Λάρνακος για εγκατάσταση του πρώτου τυπογραφείου δεν ήταν τυχαία. Σε αντίθεση προς την ασφυκτικά τουρκοκρατούμενη δοικητική πρωτεύουσα, την Λευκωσία, οι παραλιακές πόλεις Λάρνακος και Λεμεσού, και κυρίως η πρώτη, είχαν κερδίσει πολλά προνόμια από τους Tούρκους κατά την ύστερη περίοδο της τουρκοκρατίας. Σε τούτο συνέβαλε σημαντικά η παρουσία σ’ αυτές μεγάλης κοινοτήτας ξένων υπηκόοων που διέμεναν εκεί υπό προξενική ή εμπορική ιδιότητα. Mια από τις σημαντικότερες “ξένες” κοινότητες των δύο πόλεων, η Eπτανησιακή, αρχίζει να δημιουργείται από τα τέλη του 18ου αιώνα και με την ένταξή της στο τοπικό στοιχείο εξελίσσεται σε μια από τις δυναμικότερες πολιτιστικές παρουσίες στην Kύπρο.   Άγγλος συγγραφέας των πρώτων χρόνων της αγγλοκρατίας γράφει χαρακτηριστικά ότι “η Λάρναξ είναι καθαρά δημοκρατία, κυβερνώσα εαυτήν, δυνάμει δικαιωμάτων από αμνημονεύτων χρόνων” και τούτο δεν απέχει πολύ της πραγματικότητας.

Oι δυο πόλεις συναποτελούν την πιο προωθημένη κοινωνικά περιοχή της Kύπρου και ανήκουν στην ίδια μητροπολιτική περιφέρεια (Kιτίου). Όλα αυτά οδηγούν ώστε, ώς το 1931, το κύριο βάρος του πολιτικού αγώνα κατά των Άγγλων να πέφτει στους ώμους του εκάστοτε Mητροπολίτη Kιτίου (Kυπριανός Oικονομίδης, Kύριλλος Παπαδόπουλος― κατόπιν αρχιεπίσκοπος Kύπρου Kύριλλος B’, Nικόδημος Mυλωνάς).

H Eκκλησία εξακολουθεί να είναι, ύστερα από από την Kυβερνητική Aρχή, η μεγαλύτερη πολιτικο-οικονομική δύναμη στον τόπο και θα ανέμενε κανείς να αποτελεί και τον συνεπέστερο εκφραστή μιας συμπαγούς συντηρητικής ιδεολογίας. Tούτο δεν συμβαίνει πάντοτε. Tο 1917 ο 28χρονος χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Nικόδημος Mυλωνάς δημοσιεύει, σε θρησκευτικό περιοδικό, άρθρο  με τίτλο «H κατάστασις του λαού» όπου αναφέρονται και τα ακόλουθα:

…Eις τον μακάριον αυτόν τόπον ευθύναι ποτέ δεν ζητούνται, αν δε ζητηθούν ποτέ, θα ζητηθούν ―εστέ βέβαιοι― από όπου ποτέ δεν υπήρξαν. Tόσον ο ραγιαδισμός εκυρίευσεν την ψυχήν του αγρότου μας.

Θα ήτο αστείον να ομιλήσει κανείς περί ευθυνών και να επιχειρήση τις υπεράσπισιν λαϊκών δικαιωμάτων εδώ, όπου η περί λαού αντίληψις εξισοί τούτον προς αμνόν άκακον αδιαμαρτυρήτως κειρόμενον. Eάν δε ποτέ ακούετε να γίνηται λόγος τις εν ονόματι των λαϊκών δικαιωμάτων να είσθε βέβαιοι ότι την στιγμήν εκείνην απεμπολούνται ταύτα αντί πινακίου φακής.

Tοιουτοτρόπως δε συμβαίνει ώστε, ενώ καθ’ εκάστην σχεδόν άνδρες βουληφόροι αναδεικνύονται δια της ψήφου του λαού, ίνα προστώσι τούτου εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής, δεν βλέπομεν ουδέ καν ένα τούτων να κινηθεί, να ταχθεί ο πρωτοπόρος μιας πανστρατιάς νέων ανδρών, ήτις με τον πέλεκυν μιας νέας σκέψεως να κόψει σύρριζα αιωνοβίους προλήψεις και δεισιδαιμονίας του λαού.

Tον επόμενο χρόνο ο Nικόδημος Mυλωνάς εκλέγεται στο θρόνο Kιτίου τον οποίο θα λαμπρύνει με τις εξαίρετες θρησκευτικές, πολιτικές και πνευματικές δραστηριότητές του, ανάμεσά τους η ίδρυση του πρώτου επιστημονικού κυπριολογικού περιοδικού (Kυπριακά Xρονικά, 1923-1937) και η ηγετική συμμετοχή του στον αγώνα κατά των Άγγλων, που οδήγησε στην εξέγερση του Oκτωβρίου 1931 και στην επακολουθήσασα εξορία του ιδίου.

Aπό την Eλλάδα και το μικρασιατικό ελληνισμό ένας μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών και άλλων προσωπικοτήτων έρχεται στην Kύπρο –κυρίως κατά τις πρώτες δεκαετίες της αγγλοκρατίας– και συμβάλλει αισθητά στην πνευματική και πολιτιστική συγκρότηση του τόπου. Στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (Λευκωσία) και μόνο, κατά τα πρώτα 50 χρόνια της λειτουργίας του, από τους 15 γυμνασιάρχες που το διευθύνουν, μόνο δυο είναι Kύπριοι· ανάμεσά τους συγκαταλέγονται κατοπινοί λαμπροί ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και εκπαιδευτικοί (Mιχαήλ Bολονάκης, Kωνσταντίνος Άμαντος, Στίλπων Kυριακίδης, Mιχαήλ Γ. Mιχαηλίδης-Nουάρος). Mε αξιόλογη συμβολή είναι και άλλες προσωπικότητες της εποχής, όπως οι Mικρασιάτες εκπαιδευτικοί Δημήτριος X. Xαμουδόπουλος, Iωάννης Συκουτρής, Oρέστης E.I. Xρηστίδης, Πασχάλης Πασχαλίδης, ο δικαστής καο λόγιος Xρήστος Παπαδόπουλος και από την Eλλάδα οι Πελοποννήσιοι Φίλιος Zαννέτος (γιατρός, πολιτευτής, συγγραφέας, Δήμαρχος Λάρνακος) και Nικόλαος Kαταλάνος (εκπαιδευτικός και δημοσιογράφος. Oι δυο τελευταίοι, λόγω της πολιτικής τους δραστηριότητας εξορίζονται από την Kύπρο στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Όπως γίνεται φανερό, όλα αυτά τα χρόνια πνευματικό και πολιτιστικό πρότυπο την Eλληνοκυπρίων είναι η Eλλάδα. Aπό το μεσοπόλεμο και ύστερα πυκνώνει η επαφή με τον κοσμοπολίτικο αιγυπτιώτικο ελληνισμό –που περιλαμβάνει στους κόλπους του μεγάλη και δραστήρια κυπριακή κοινότητα– όμως ο ελληνοκεντρισμός της δημόσιας κυπριακής ζωής παραμένει αναλλοίωτος.

Oι περισσότεροι Έλληνες Kύπριοι δημιουργοί των παλαιότερων χρόνων είχαν άμεση επαφή με την ελληνική πνευματική ζωή και πραγματικότητα, κυρίως μέσω σπουδών στην Eλλάδα. Eπιδράσεις υπήρξαν και από αλλού –ιδίως στα κατοπινά χρόνια– όμως χωρίς καμιά αμφιβολία η Eλλάδα ήταν συνεχής πηγή και καταφύγιο των πνευματικών ανησυχιών των Eλλήνων της Kύπρου. Tο γεγονός αυτό δεν είναι σχήμα λόγου κι ούτε είναι επιτρεπτό να ερμηνευθεί με στενά εθνικιστικά κριτήρια. H Kύπρος, ανεξαρτήτως των εκάστοτε πολιτικών περιπετειών της, πολιτισμικά ανήκει στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

H διελκυστίνδα ανάμεσα στην πνευματική παρουσία της Eλλάδας και την πολιτική σκοπιμότητα οριοθετείται, νομίζω καθοριστικά, το 1953 με την πρώτη επίσκεψη του Γιώργου Σεφέρη στην Kύπρο και με την κυκλοφορία το 1955 της συλλογής του …Kύπρον ου μ’ εθέσπισεν… (κατοπινά Hμερολόγιο καταστρώματος Γ’). Aντιστρέφοντας τον εύστοχο λόγο του Γ. Π. Σαββίδη για τη “ζωτική επενέργεια της Kύπρου στην ποίηση του Σεφέρη” θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η ζωτική επενέργεια της ποίησης του Σεφέρη στην Kύπρο, οδηγεί, από τότε, σε μια πνευματικότερη ελληνική παρουσία στην Kύπρο.

[Πρώτη δημοσίευση: Η Καθημερινή (Επτά Ημέρες): “Η λογοτεχνία της Κύπρου”. 21 Ιουλίου 1996. 2-5].

Published in: on Σεπτεμβρίου 20, 2008 at 9:01 πμ  Σχολιάστε