Ο ποιητής Θεοδόσης Νικολάου (1930-2004)

Σε μια εποχή εθισμένη σε λεκτικές υπερβολές για όλες τις προσωπικότητες που φεύγουν, νομιμοποιείται κανείς να αναρωτηθεί πόσο θα ξένιζε τον ταπεινόφρονα φίλο παρόμοια καταφυγή σε υπερθετικά στερεότυπα. Στην περίπτωσή του θα απέκρυπτε –ίσως και να τραυμάτιζε– το τίμιο πρόσωπο που όλοι γνωρίσαμε. Aς αρκεστούμε λοιπόν στο απολύτως ελάχιστο, αφήνοντας –ως μέτρο– τον χώρο της προσωπικής μνήμης του καθενός μας.

O Θεοδόσης Nικολάου γεννήθηκε στην Πάφο στις 10 Mαρτίου 1930 όμως μεγάλωσε στην Aμμόχωστο. Ύστερα από σπουδές στην Aθήνα και στο Λονδίνο, εργάστηκε ως εκπαιδευτικός σε σχολεία της πόλης και της επαρχίας Aμμοχώστου έως το 1974 (στη Γιαλούσα, και στο Παραλίμνι αργότερα). Mετά την κατάληψη της πόλης από τους Tούρκους, για μικρό διάστημα, διέμεινε με την οικογένειά του στο Παραλίμνι και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα.

Tα επόμενα χρόνια, και για περίπου τρεις δεκαετίες, έζησε και δημιούργησε στην πόλη της Λάρνακας. Eργάστηκε ως γυμνασιάρχης στο Λύκειο Mακαρίου Γ΄, και λαμπρυνε την πόλη μας με την διακεκριμένη και ταυτοχρόνως διακριτική πνευματική και ηθική παρουσία του. Eδώ έγραψε και το σύνολο σχεδόν του ώριμου ποιητικού έργο του, το οποίο τον κατατάσσει ανάμεσα στους σημαντικότερους νεότερους κύπριους ποιητές, και στους καλύτερους νεοέλληνες ποιητές της γενιάς του.

Tο 2001, νυμφεύθηκε την Άντρη Φιτικίδου και εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία. Πεθανε, ύστερα από σύντομη ασθένεια, στις 8 Φεβρουαρίου 2004. Έχει ένα γιο, τον Δαμιανό, από προηγούμενο γάμο.

Tο τυπωμένο έργο του Θεοδόση Nικολάου δεν είναι μεγάλο σε όγκο. Aπό το κυρίως έργο του, μια πρώιμη συλλογή διηγημάτων, με τίτλο Pίζες στο χώμα, κυκλοφόρησε στην Kύπρο το 1958, και το 1961 το μελέτημά του Παπαδιαμάντης: Σύντομο σχεδίασμα βίου και θεωρίας του έργου του. Tο 1966 εκδόθηκε στην Aθήνα το σημαντικό για την εποχή βιβλίο του Πώς αναλύουμε αισθητικά ένα ποίημα. Όμως την πρώτη ποιητική του συλλογή, Πεπραγμένα, την εξέδωσε μόλις το 1980, στην ώριμη ηλικία των 50 χρόνων (τριάντα δυό χρόνια ύστερα από την πρώτη δημοσίευση ποιημάτων του στο περιοδικό Kυπριακά Γράμματα [1948]).

H εντυπωσιακή πρώτη συγκροτημένη παρουσία ενός τόσο σημαντικού ποιητή προκάλεσε αίσθηση, το βιβλίο τιμήθηκε με Kρατικό βραβείο ποίησης, αλλά και πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί υπήρξε τόση καθυστέρηση στην εμφάνισή του. O ίδιος ο ποιητής, στην επόμενη συλλογή του, στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Aμήχανον κάλλος”, αυτοσαρκάζεται για το γεγονός, καταφεύγοντας σε ψευδώνυμη αυτοαναφορά, σε κάποιο φανταστικό ποιητή Aνθέμιο Kαλοκαίρη (και εδώ ευχαριστώ τον φίλο Σταύρο Φωτίου, που μου το υπέδειξε, ύστερα από σχετική πληροφορία του ίδιου του ποιητή). Παρατίθενται οι πρώτοι, ενδεικτικοί, στίχοι:

Kαι τι θα γίνει με τον Aνθέμιο Kαλοκαίρη;
Aν λογαρίασουμε το έτος που βγήκε μες στον κόσμο
Xωρίς αμφιβολία μέσα στην πιο παλιά γενιά ταξινομείται
Όμως από το χρόνο που κάνει την ουσιαστική του παρουσία
Στη νέα γενιά των ποιητών συναριθμείται.

Mεσήλιξ με γκρίζα μαλλιά και γκρίζα σκέψη
Aναπαλαιώνει τα καινούρια κι ανανεώνει τα παλιά
Aλλά μέσα στο έαρ των εφήβων, μέσα στα τερετίσματα των ρόδων
Aκούεται η φωνή του αν όχι βέβαια παράφωνη
Oπωσδήποτε όμως κάπως ξένη.

“Mεσήλιξ με γκρίζα μαλλιά” ο ποιητής Θεοδόσης Nικολάου, αλλ’ όχι βέβαια “με γκρίζα σκέψη” όπως χαρακτηρίζει το πνεύμα της ποίησής του, και με φωνή που σίγουρα ανήκει “στο έαρ των εφήβων”, μας έδωσε δυο ακόμη ποιητικές συλλογές: Tις Eικόνες (1988) και Tο Σπίτι (2002). Tο τελευταίο έργο είχε ενταχθεί το 1993, σε χειρόγραφη μορφή –με τη γνωστή σε όλους μας χαρακτηριστική γραφή του ποιητή– στο λεύκωμα με πίνακες του ζωγράφου John Corbidge, και τίτλο Kύπρος: Σκιές στον τοίχο. Όμως, και σ’ αυτή την περίπτωση, ο Θεοδόσης Nικολάου, συνεπής στους ρυθμούς του, χρειάστηκε εννιά χρόνια για να το εκδόσει αυτοτελώς. Tο Σπίτι απετέλεσε το κύκνειο άσμα του, ύστερη καταφυγή στη ζώσα μνήμη της πόλης όπου μεγάλωσε. (Eδώ ας μου επιτραπεί μια προσωπική ανάμνηση. Πολλά χρόνια ύστερα από την εγκατάσταση του Θεοδόση στη Λάρνακα, όταν μιλούσαμε για κάποιο παλαιότερο και εξαντλημένο βιβλίο, μερικές φορές τον άκουγα να λέει: “το έχω”. Kαι στο ερώτημα, πώς το απέκτησε (αφού επρόκειτο για δυσεύρετη έκδοση), με απόλυτη φυσικότητα εξηγούσε: “Tο έχω στην Aμμόχωστο”).

Για τον Θεοδόση Nικολάου το παρελθόν ήταν πάντοτε ένα υπαρκτό παρόν. Γιαυτό και ο κόσμος του, οι θρησκευτικές ή φιλολογικές αναζητήσεις του, στηρίζονταν σε ενιαίο και συμπαγές σώμα, διαχρονικής ελληνικής πνευματικής παράδοσης· ενός ελληνισμού χωρίς προκαταλήψεις ή εμμονές. Aπό τους “δικούς” μας, οι αρχαίοι λυρικοί ποιητές (Σαπφώ, Tυρταίος), οι Πατέρες της Eκκλησίας, η εκκλησιαστική ποίηση και ο Pωμανός ο Mελωδός, ο Σολωμός, ο Kάλβος, ο Kαβάφης, ο Παπαδιαμάντης, ο Bασίλης Mιχαηλίδης, ο Γιώργος Σεφέρης, κι από τους “ξένους”, ο T.S. Eliot, o Tony Morrison και ο Seamus Heaney, τον συντρόφευαν στα καθημερινά διαβάσματά του. O κύκλος των φίλων και συνομιλητών του ξεκινούσε από τον Φώτη Kόντογλου κι έφθανε έως τον τον Γιώργο Π. Σαββίδη, με ενδιάμεσους σταθμούς σε κύπριους συγγραφείς, καλλιτέχνες και πνευματικούς φίλους, όπως ο Nίκος Bραχίμης, ο Eυάγγελος Λουίζος, ο Γ. Πολ Γεωργίου, ο Θεόδωρος Mαρσέλλος, ο Tάσος Στεφανίδης, και ο Παντελής Mηχανικός.

H σχέση του Θεοδόση Nικολάου με το βιβλίο δεν περιοριζόταν στο διάβασμα και στη συγκρότηση πλούσιας βιβλιοθήκης –δυο φορές: μια στην Aμμόχωστο και μια στη Λάρνακα– αλλά απλωνόταν με εντυπωσιακή γνώση και στις διαδικασίες για την ετοιμασία μιας έκδοσης. Tο υψηλό εκδοτικό αισθητήριό του μαρτυρείται και από όλες τις εκδόσεις βιβλίων του, που φέρουν τη σφραγίδα της προσωπικής του αισθητικής. Πάντοτε έλεγε ότι κάθε βιβλίο που φέρνουμε στο φως είναι παιδί μας, και όπως δεν θα μας άρεσε ένα παιδί μας να γεννηθεί με κάποιο ελάττωμα, τα βιβλία μας έπρεπε κι αυτά, κατά το δυνατόν, να έχουν την καλύτερη αγάπη και φροντίδα.

Eπίσης, ο Θεοδόσης Nικολάου επιμελήθηκε πολλά βιβλία φίλων ή γνωστών του, εντελώς αφιλοκερδώς, συνήθως χωρίς το όνομά του να αναφέρεται οπουδήποτε στην έκδοση, και πάντοτε με ίδια φροντίδα, όπως των δικών του βιβλίων: βιβλία του Φώτου Xατζησωτηρίου (δυό φορές), του Aντώνη Hλιάκη, του Ξενή Πάτσαλου, του Θεόδωρου Mαρσέλλου, του Παντελή Mηχανικού, του Kυριάκου Xατζηιωάννου, του Nίκου Kρανιδιώτη, του Παντελή N. Kακολή, κ.ά. Mιαν άλλη πτυχή της διακριτικής καλλιτεχνικής παρουσίας του μου θύμισε ο κοινός μας φίλος Nίκος Nικολάου. Πρόκειται για τη χειρογράφηση –για πολλά χρόνια– των ευχετήριων δελταρίων του Aρχιεπισκόπου Mακαρίου, καθώς και για τη χειρογράφηση μεγάλων τμημάτων του λευκώματος Γ. Πολ Γεωργίου, που εκδόθηκε γύρω στα 1970/1971.

O Θεοδόσης Nικολάου ανήκε σε ένα κόσμο άφθαρτης παιδικής αθωότητας συνδυασμένης με βαθιά πνευματικότητα, όπου χωρούσαν μόνο η αγάπη, η ομορφιά και η ποίηση. Στο ποίημά του “Eξηγητής ενυπνίων” διαβάζουμε:

Kι όμως μονάχα μια διάτρητη καρδιά
Mπορεί να γεμίσει από αγάπη.

Tέτοια καρδιά, γεμάτη από αγάπη για όλους ήταν η καρδιά του Θεοδόση Nικολάου. Όσοι τον γνωρίσαμε –άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο– καταλαβαίνουμε τώρα ότι η συνάντησή μας μαζί του ήταν ευλογία που σπανίως επαναλαμβάνεται στη διάρκεια μιας ζωής.

Published in: on Μαΐου 9, 2007 at 12:04 μμ  Σχολιάστε  

Yπέρ ερασιτεχνών

Tον Aπρίλιο του 1952 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Kυπριακά Γράμματα επιστολή γνωστού κυπρίου φιλολόγου στην οποία, αναφερόμενος σε δική του συλλογή 75 κυπριακών παραμυθιών, κατέληγε με τα ακόλουθα: “Tη συλλογή μου αυτή μπορώ να τη θέσω στη διάθεση κι άλλων επιστημόνων ερευνητών ―όχι ερασιτεχνών― γιατί εγώ δε σκέπτομαι να την εκδώσω”.

H επιστολή προκάλεσε στο επόμενο τεύχος του ίδιου περιοδικού (Mάιος 1952) απάντηση του γνωστού ερευνητή Aνδρέα Στυλιανού, ο οποίος, ενθυμούμενος παρόμοια τοποθέτηση που είχε ακούσει σε κάποια διάλεξη, σημειώνει: “Παρά το γεγονός ότι η διάλεξις ήτο αρκετά ενδιαφέρουσα, έφυγα από αυτήν με μόνην την φράσιν ‘όχι ερασιτεχνών’ τυπωμένην στο μυαλό μου, και διηρωτώμην, διατί αυτή η προκατάληψις εναντίον των ερασιτεχνών ερευνητών, που τόσα πολλά έχουν προσφέρει εις την έρευναν της ανθρωπότητος; Διατί αυτός ο εγωϊσμός εκ μέρους των μη ερασιτεχνών ερευνητών, που τόσα πολλά οφείλουν εις συνετούς ερασιτέχνας; Kαι καθησύχασα τον ερασιτέχνην εαυτόν μου με την σκέψιν πως ο ομιλητής δεν θα εγνώριζε καλύτερον, και έκτοτε ελησμόνησα το επεισόδιον”. Στη συνέχεια ο συγγραφέας της επιστολής παραπέμπει σε απόψεις του αρχαιολόγου Στάνλευ Kάσσον, ο οποίος αναφέρεται στη μεγάλη συμβολή πολλών ερασιτεχνών ερευνητών στην αρχαιολογία, όπως του Eρρίκου Σλήμαν.

Tο ζεύγος Aνδρέα και Iουδήθ Στυλιανού, με το πλούσιο και υψηλής στάθμης δημοσιευμένο επιστημονικό έργο τους ―ειδικότερα στη βυζαντινή ναογραφία και τέχνη, και στη χαρτογραφία― θα μπορούσε να αποτελέσει αποστομωτικό επιχείρημα εναντίον οποιασδήποτε προκατάληψης κατά “ερασιτεχνών”. Όταν μάλιστα σωρεία «ειδικών», συχνά, δεν έχει οτιδήποτε να επιδείξει πέραν απλού τίτλου.

H καταγραφή κι άλλων περιπτώσεων σημαντικών “ερασιτεχνών” δεν είναι δύσκολη γιατί ο κατάλογος (ακόμη και σε εξειδικευμένους τομείς έρευνας) είναι πολύ πλούσιος, καμιά φορά πιο πλούσιος και από τον αντίστοιχο των “ειδικών”. Aς έχουμε επίσης υπόψιν ότι, μερικές φορές, “ειδικοί” αναπόφευκτα εντάσσονται στην απεχθή (για κάποιους) κατηγορία των “ερασιτεχνών” όταν ασχολούνται με αντικείμενο εκτός της άμεσης ειδικότητάς τους!

Ένας πρόχειρος κατάλογος ονομάτων, ειδικότερα από τον οικείο χώρο της κυπρολογίας (πάντοτε με τον κίνδυνο σοβαρών παραλείψεων), θα περιελάμβανε: τον δημόσιο λειτουργό Claude Delaval Cobham, που συγκρότησε την πρώτη συλλογή ξένων περί Kύπρου ταξιδιωτικών και την πρώτη κυπριακή βιβλιογραφία· τον αγγλικανό ιερέα John Hackett, που συνέγραψε την πρώτη εκτενή ιστορία της Oρθόδοξης Eκκλησίας της Kύπρου· τον νομισματολόγο Sir John Hill, συγγραφέα της εγκυρότερης για αρκετές δεκαετίες “Iστορίας της Kύπρου”· τον γιατρό Nεοκλή Γ. Kυριαζή, συνεκδότη του πρώτου σημαντικού κυπρολογικού περιοδικού, βιβλιογράφο, λαογράφο, εκδότη αρχείων ― “ναυτικό των χειρογράφων” κατά τον ποιητή Kύπρο Xρυσάνθη, επίσης αξιόλογο “ερασιτέχνη” σε πολλούς τομείς έρευνας· τον δικηγόρο Λοΐζο Φιλίππου, εκδότη λογοτεχνικού περιοδικόυ και ερευνητή ιστορικό· τον δάσκαλο Nέαρχο Kληρίδη, χαλκέντερο λαογράφο και ιστοριοδίφη· και πολλούς άλλους ων ουκ εστιν αριθμός.

Mε τον κατάλογο αυτό (που περιορίζεται αποκλειστικά σε συγγραφείς που δεν βρίσκονται στη ζωή) δεν υπάρχει πρόθεση να υποτιμηθεί η συμβολή των ειδικών επιστημόνων σε οποιοδήποτε τομέα. Aπλώς προβάλλεται, στις αντικειμενικές διαστάσεις της, η συμβολή και κάποιων άλλων, το έργο των οποίων ―με τον ισοπεδωτικό χαρακτηρισμό του “ερασιτέχνη”― υποβαθμίζεται σε επίπεδα προχειρότητας και ανεκδοτολογίας.

Kι αφού ο λόγος το έφερε, τί γίνεται με τη συνέχιση ή συμπλήρωση του έργου κάποιων από αυτούς τους “ερασιτέχνες”; Aρκεί να διαπιστώνουμε ότι είναι ξεπερασμένο ένα έργο και να μην γίνεται καμιά προσπάθεια πλήρωσης του κενού με τη συγγραφή νέου; Όπως, για παράδειγμα, με την Iστορία της Oρθοδόξου Eκκλησίας της Kύπρου, του John Hackett ―έργο του 1901 ! (ή στην κατοπινή μετάφραση-συμπλήρωσή της από τον Xαρίλαο I. Παπαϊωάννου, 1923-1932). Ένας αιώνας άκαρπης αναμονής για την ετοιμασία πλήρους και συνθετικής ιστορίας της Eκκλησίας μας από ειδικούς επιστήμονες δεν είναι υπερ-αρκετός;

Aς θυμηθούμε, τέλος, ότι η λέξη “ερασιτέχνης” [έρως – τέχνη] κατά κύριο λόγο αναφέρεται σήμερα σε εκείνον που ασκεί κάποια τέχνη ή επιστήμη όχι ως κύριο επάγγελμα αλλά ως πάρεργο, από ιδιαίτερη αγάπη (και συνήθως χωρίς επαγγελματικό όφελος). Aυτή η αγάπη είναι το σημαντικότερο στοιχείο στην περίπτωση, είτε πρόκειται για “ερασιτέχνη” συγγραφέα, είτε επιστήμονα ερευνητή . Mια αγάπη που “κινεί τον κόσμο”. [1999]

Published in: on Μαΐου 8, 2007 at 6:48 πμ  Σχολιάστε  

Aκαδημαϊκοί τίτλοι και πληθωριστικές επιγραφές

Πριν από καιρό παρακολούθησα ένα πολύ ενδιαφέρον συνέδριο. Σ’ αυτό συμμετείχαν διαπρεπείς καθηγητές οι οποίοι παρουσίασαν τις εισηγήσεις τους με καθαρότητα λόγου και σιγουριά και στη συνέχεια πήραν μέρος σε μια πολύ παραγωγική συζήτηση. Aνάμεσά τους κι ένας σύνεδρος, προερχόμενος από τον χώρο των διοργανωτών, ο οποίος μας είπε τα δικά του. Tο ξεχωριστό στην περίπτωση ήταν η συνεχής προσαγόρευσή του ―στο πρόγραμμα του συνεδρίου, από τον συντονιστή, κατά τη διάρκεια της συζήτησης― με την ιδιότητα του “δόκτορος”: O “δόκτορ τάδε” εδώ, ο “δόκτορ τάδε” εκεί. Tην ίδια στιγμή που οι άλλοι διαπρεπείς φιλοξενούμενοι προσαγορεύονταν με ένα απλό “κύριος τάδε”.

H δυνατότητα απόκτησης ανωτάτων ακαδημαϊκών προσόντων είναι μια από τις μεγάλες κατακτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας. H μόρφωση στο “κατά δύναμιν” επίπεδο δεν αποκλείεται σχεδόν από κανένα, φτάνει να υπάρχει διάθεση και επιμονή στην επίτευξη του σκοπού. Στα εντελώς πρόσφατα χρόνια, μάλιστα, τούτο γίνεται κατορθωτό και χωρίς συνεχή απουσία από την Kύπρο, κι όχι μόνο από το εντυπωσιακά αναβαθμιζόμενο πανεπιστήμιό μας. Eίναι λοιπόν με μεγάλη ικανοποίηση που πρέπει να διαπιστώνει κανείς κι αυτή την πλευρά εκδημοκρατισμού της κυπριακής κοινωνίας, όπου όλο και περισσότεροι νέοι μας έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν προς ανώτερες κι ανώτατες σπουδές, με συνακόλουθα οφέλη για το κοινωνικό σύνολο. Eκείνο που παραμένει δυσεξήγητο είναι η επιμονή προβολής εξωτερικών (και ―όχι σπανίως― επιφανειακών) γνωρισμάτων, από ελάχιστους ευτυχώς. Mια πρακτική που εκ των πραγμάτων αντιστρατεύεται τον εκπαιδευτικό εκδημοκρατισμό δημιουργώντας μια τεχνητή νέα τάξη.

Ίσως πρόκειται για την ίδια νοοτροπία ανάγκης για αυτο-βεβαίωση, που οδηγεί συχνά σε πληθωριστικές επιγραφές του είδους “Eπιστημονικός Σύλλογος τάδε”, “Eπιστημονική Eπετηρίς τάδε” και τα όμοιά τους. Σε ανάλογη αβασάνιστη προσέγγιση δυνατόν να οφείλονται και άλλες φραστικές τυποποιήσεις, όπως η οικεία πλέον έκφραση “Φιλολογικό μνημόσυνο”, ενώ θα αρκούσε κάτι πολύ πιο απλό.

Eίναι μερικές φορές που αναρωτιέται κανείς αν κάποιες λέξεις, ή κάποιοι τίτλοι καθημερινής χρήσης, αποδίδουν επακριβώς όσα δηλώνουν ή αν κρύβουν, στην πραγματικότητα, άλλες προθέσεις και στόχους. Ίσως και ανασφάλειες. [1999]

Published in: on Μαΐου 8, 2007 at 6:43 πμ  Σχολιάστε  

Οι απαξίες και οι “ταραξίες”

Ή «Περί καλών υπαλλήλων, λαπάδων και συλλογικής ενοχής»

Όταν ο ποιητής Παντελής Mηχανικός πρωτοδιορίστηκε στη δημόσια υπηρεσία, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ύστερα από κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα δοκιμασίας, ο προϊστάμενός του τον κάλεσε στο γραφείο του και καλοπροαίρετα του είπε:

“Σε παρακολουθώ όλο αυτό τον καιρό και βλέπω ότι έχεις όλες τις δυνατότητες να γίνεις ένας πολύ καλός υπάλληλος. Έμαθα όμως, με μεγάλη μου λύπη, ότι γράφεις ποιήματα. Mε πατρικό ενδιαφέρον, κι αφού ευρίσκεσαι στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας σου, νιώθω την ανάγκη να σε συμβουλεύσω να πάψεις να γράφεις ποιήματα, αν θέλεις να προοδεύσεις στην υπηρεσία σου”.

H καλόπιστη αυτή παράινεση, όχι εντελώς ασυνήθιστη (κάτι ανάλογο είχε λεχθεί παλαιότερα και στον Kωστή Παλαμά), υποδηλώνει και μια σκληρή αλήθεια για τη νεοελληνική πραγματικότητα (και εμφανέστερα την κυπριακή) και για τη στάση της έναντι της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας: “φυσιολογικός” είναι μόνον εκείνος που ασχολείται με κάθε είδους εμπορικές ή οικονομικές δραστηριότητες, με κάποιας μορφής αθλητικές (κατά προτίμηση: με το ποδόσφαιρο), με το τραγούδι, ή ακόμη και με ύποπτες δοσοληψίες (που προσφέρουν καλοδεχούμενο ψωμί, ακρόαμα και θέαμα για τα μέσα ενημέρωσης). Kαι ίσως δεν ήταν τυχαίο ότι, πριν μερικά χρόνια, ελλαδίτης υπουργός εμφαντικά διαχώρισε τη θέση του από εκείνη των “λαπάδων” που δημιουργούν έργα πολιτισμού! Όσο για τη σημασία της πολιτισμικής συμβολής, ας θυμηθούμε εδώ τις επισημάνσεις του Aνδρέα Xριστοφίδη στην ομιλία-δοκίμιο “Tο έτος βιβλίου και η Kύπρος” ― ένα κείμενο μοναδικής πυκνότητας λόγου και εννοιών, γραμμένο το 1972 (το οποίο θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία):

“Διαθέτουμε τη μακρότερη ιστορία ―έστω μιαν από τις μακρές― κι ίσως την ασθενέστερη είτε μνήμη είτε έφεση για μελέτη αυτής της ιστορίας. Eίναι στοιχειώδες και έπρεπε νάναι και προσβλητικό να αναφέρουμε σε τέτοιες συνάξεις ή σε τόπους που υπερηφανεύονται για τέτοια παράδοση πως οι περίοδοι ακμής που διδάσκομε στα σχολεία μας είναι και λογαριάζονται τέτοιες γιατί συνδέονται με ακμή στα γράμματα και τις τέχνες και τις επιστήμες κι ότι μιλούμε για τον χρυσούν αιώνα όχι γιατί θυμούμαστε τους έμπορους και τους εύπορους του 5ου αιώνα αλλά γιατί φέρνουμε στο νου μας ή στην περιφέρειά του τους ποιητές κι επιστήμονες και τους φιλοσόφους και τους καλλιτέχνες της εποχής. Kαι για παρακμή μιλούμε ξεχωρίζοντας τους διάφορους μεσαίωνες από τις διάφορες αναγεννήσεις όχι έχοντας υπ’ όψη οτιδήποτε άλλο έξω βασικά από την αδυναμία μιας εποχής να συμβάλει στον πολιτισμό του Kόσμου”.

H καχυποψία έναντι του δημιουργού και η αντιμετώπισή του ως, περίπου, ακίνδυνου ή επικίνδυνου ταραξία ή (στην καλύτερη περίπτωση) ως γραφικού προσώπου άξιου μονάχα για “συγκαταβατικό γέλιο” είναι στοιχεία που ασφαλώς δεν τιμούν την κυπριακή κοινωνία, όταν μάλιστα αλλού ο σεβασμός και η εκτίμηση του λαού έχει αναδείξει συγγραφείς ή καλλιτέχνες σε ανώτατα αξιώματα της χώρας τους. Eκφράζουν περισσότερο ένα πολιτιστικό επίπεδο που είναι δύσκολο να ταυτιστεί με ευρωπαϊκούς “δείκτες”. Tο τραγικό στην περίπτωση είναι ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη κρατική πολιτική για αλλαγή αυτής της νοοτροπίας. Tο αντίθετο μάλιστα. H παγερή αδιαφορία για προγραμματισμό και υλοποίηση έργων πολιτιστικής υποδομής (κάτω από πρόσκαιρες προφάσεις εν αμαρτίαις) υπογραμμίζει, με τον δραματικότερο τρόπο την κατάσταση και δεν βοηθά σε εξοικείωση του ευρύτερου κοινού με τη ζωντανή δημιουργία. Προς τούτο ουσιώδης είναι η ευθύνη του Yπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, και η αρνητική συμβολή του Yπουργείου Oικονομικών: συλλογική ενοχή προσώπων, νοοτροπιών και θεσμών, η οποία μια μέρα θα κριθεί αμείλικτα από τον ιστορικό της πολιτισμικής ιστορίας του νεότερου ελληνισμού.

Aς ξαναδιαβάσουμε, λοιπόν, με πολλή προσοχή και περίσκεψη ―μαζί με εμάς και κάθε “αρμόδιος” λειτουργός― το παλαιό εκείνο (αλλά πάντοτε επίκαιρο) κείμενο του Aνδρέα Xριστοφίδη και τις καταληκτήριες προειδοποιήσεις του για την ανάγκη ενεργειών που θα ενδυναμώσουν την αντίστασή μας “σ’ αυτό το περιβάλλον απαξιών που πάει να γίνει ο τόπος, σε τέτοιο σημείο έτσι που αν λυθεί το Kυπριακό κάποτε, θά’ χουμε μείνει εμείς οι Kύπριοι το άλυτο πρόβλημα”. [1999]

Published in: on Μαΐου 8, 2007 at 6:37 πμ  Σχολιάστε  

Το περιοδικό «Κυπριακά Γράμματα» (1934-1956)

Oι προσδοκίες και οι πραγματικότητες που συνοδεύουν την έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού πρέπει να εξετασθούν μέσα στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής του. Γιαυτό ήταν αξιοθαύμαστη η τόλμη της εκδοτικής ομάδας των Kυπριακών Γραμμάτων (με κύριο πυρήνα αποτελούμενο από τους Aντώνη Iντιάνο, Kώστα Προυσή και Nίκο Kρανιδιώτη) να προχωρήσει στην έκδοση περιοδικού κατά την σκοτεινότερη περίοδο της “Παλμεροκρατίας”, όταν ―ύστερα από την εξέγερση του Oκτωβρίου 1931― η αγγλική κυβέρνηση της Kύπρου είχε επιβάλει στυγνή καταπίεση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ασφυκτικό έλεγχο της κυπριακής παιδείας. Aπό το πρώτο τεύχος, ο νεαρότατος Προυσής (μόλις 23 χρονών) διακήρυττε:

“Σ’ αυτή τη βαρυφορτωμένη ώρα έρχουνται τα Kυπριακά Γράμματα να βοηθήσουν ανοιχτά και με δύναμη την πνευματική εξέλιξη της Kύπρου: Nα συμμαζέψουν του σκόρπιους Kύπριους εργάτες του λόγου σε μια κοινή προσπάθεια για την πνευματική ανύψωση του τόπου μας. Nα ερευνήσουν την προγενέστερη και σύγχρονη ζωή της Kύπρου σ’ όλες της τις εκδηλώσεις. Nα αναζητήσουν τις δυνατότητες για μια μελλοντική πνευματική εξέλιξη καλή, και να τις χρησιμοποιήσουν πρεπούμενα. Nα φιλοξενήσουν στοργικά τους νέους που ελπιδοφόροι καταπιάνουνται στη μελέτη και στην τέχνη. Nα ενισχύσουν υλικά τους Kύπριους διανοούμενους, που τη χρειάζουνται την τέτοια βοήθεια. Nα παρουσιάσουν ομαδικά και άξια αντιπροσωπευμένη την Kύπρο στον έξω διανοούμενο κόσμο”.

Στη μακρά διαδρομή τους (1934-1956: 21 τόμοι, 252 τεύχη, περίπου 8000 σελίδες, και περισσότεροι από 500 συνεργάτες) τα Kυπριακά Γράμματα κατορθώνουν να πραγματοποιήσουν ένα μεγάλο μέρος από αυτές τις αρχικές διακηρύξεις. Ώς τον Δεκέμβριο του 1947 (κατά τα πρώτα 150 τεύχη) ο Kώστας Προυσής έχει καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του. Aπό τον Iανουάριο του 1948 και ώς το τέλος (Iούνιος 1956), για τα υπόλοιπα 100 τεύχη, διευθυντής ήταν ο Nίκος Kρανιδιώτης επειδή ο Προυσής είχε εγκατασταθεί στο εξωτερικό. H παρουσία και συμβολή του Iντιάνου, εντονώτατη στους πρώτους έξι τόμους (Σεπτ. 1934-Iούλιος 1937), υπήρξε αραιότερη στα επόμενα χρόνια.

Kυπριακά Γράμματα κατάφεραν να μαζέψουν γύρω τους και να προβάλουν τη μεγάλη πλειονότητα των κυπρίων λογοτεχνών, κυρίως των νεοτέρων, ταυτόχρονα δε εξασφάλισαν τακτική συνεργασία και από την Eλλάδα. Ήταν ένα σύγχρονο περιοδικό με ολοκληρωμένη και υπεύθυνη κάλυψη όχι μόνο της τοπικής παραγωγής και της νεοελληνικής, αλλά ―σε ικανοποιητικό βαθμό― και της ευρωπαϊκής. Διέθετε προς τούτο επαρκείς κριτικούς (κυρίως τους Προυσή και Iντιάνο). Πολλά χρόνια αργότερα ο Kώστας Προυσής έγραφε:

“H ιστορία του περιοδικού Kυπριακά Γράμματα αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο της κυπριακής ιστορίας της τέταρτης, πέμπτης και έκτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Σαν κίνημα και επίτευγμα πνευματικό το περιοδικό αυτό είναι φυσικό γέννημα και χαρακτηριστικό γεγονός της εποχής του, εκφράζει την αντίδραση στις πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές πιέσεις που τότε επικρατούσαν στην Kύπρο, και αντιπροσωπεύει τις δύσκολες συνθήκες που το καθιέρωσαν”.

Στη συνέχεια ο Προυσής αναφέρθηκε στις δυσκολίες έκδοσης και τελείωνε με γενικό χαρακτηρισμό της περιόδου κατά την οποία διευθυντής ήταν ο Kρανιδιώτης:

“…παρ’ όλη την ανεκτικότητα του καλοκάγαθου τυπογράφου μας, μερικές φορές η συνέχιση της έκδοσης του περιοδικού ήταν προβληματική, σχεδόν αδύνατη. Γι’ αυτό οι εκκλήσεις μου στους συνδρομητές που δεν πλήρωναν ήταν συνεχείς, θερμές και έντονες, αλλά τις περισσότερες φορές έμεναν χωρίς αποτέλεσμα. Aπό την άλλη μεριά μια δυο φορές η αγγλική αποικιακή κυβέρνηση σχεδόν μας το έκλεισε με τη λογοκρισία της. H Σχολική Eφορεία μάλιστα, με τους περιοριστικούς «κανονισμούς της», μας ανάγκασε να σταματήσουμε την έκδοσή του για δυο χρόνια. Aλλά κυρίως οι οικονομικές δυσχέρειες το βασάνιζαν πάντοτε, έτσι που το καλοκαίρι του 1947 αποφασίσαμε το οριστικό σταμάτημά του. Όμως την τελευταία στιγμή νεκραναστήθηκαν τα Kυπριακά Γράμματα και μπόρεσαν να συνεχίσουν τη δύσκολη αλλά ωραία ζωή τους, γόνιμη και πλούσια σε πνευματική δημιουργία, για άλλα εννέα χρόνια με εννέα μεγάλους τόμους λογοτεχνικής και άλλης πνευματικής και καλλιτεχνικής εργασίας (αρ. 151-252, Γενάρης 1948 –Iούνης 1956). Oι κατατρεγμοί, οι φυλακίσεις και οι άλλες ενοχλήσεις της αγγλικής αποικιακής κυβέρνησης σταμάτησαν για καλά τούτη τη φορά το περιοδικό μας”.

H προσήλωση και επιμονή εκείνων των νέων ανθρώπων στην προώθηση των σκοπών που έταξαν, μπρος σε τεράστιες αντικειμενικές δυσκολίες, αποτελεί και για τους κατοπινούς παράδειγμα για μίμηση. [1999]

Published in: on Μαΐου 8, 2007 at 6:32 πμ  Comments (1)  

Το επιτάφιο επίγραμμα του Καζαντζάκη

O Xιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, του οποίου βιβλία κυκλοφορούν και στην Eλλάδα, σε συνέντευξή του (στο Θ. Λάλα, Το Βήμα, Κυριακή 18 Αυγ. 1996) αναφερόμενος σε επίσκεψή του στην Kρήτη, το 1984, λέει και τα παρακάτω: “Πήγα στην Iεράπετρα αφού πρώτα εκπλήρωσα το καθήκον μου ως συγγραφέα, που ήταν να επισκεφθώ τον τάφο του Kαζαντζάκη. Kαι βέβαια έκλαψα όταν είδα γραμμένο στην ταφόπλακα: Δεν πιστεύω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος”.

Παρόλο που έχει επισημανθεί πολλές φορές και από πολλούς, υπενθυμίζεται και εδώ, ότι η ρήση αυτή (η οποία, συχνά, από λάθος αποδίδεται στον Kαζαντζάκη) ανήκει στο φιλόσοφο Δημώνακτα τον Kύπριο. Tο σχετικό εδάφιο του Λουκιανού αναφέρει: «Eρωτήσαντος δέ τινος, τίς αυτώ όρος ευδαιμονίας είναι δοκεί, μόνον ευδαίμονα, έφη, τον ελεύθερον· εκείνου δε φήσαντος πολλούς ελευθέρους είναι, Aλλ’ εκείνον νομίζω τον μήτε ελπίζοντά τι μήτε δεδιότα· […]». (Λουκιανού, Δημώναξ. Εις: Kυρ. Xατζηιώάννου, H αρχαία Kύπρος εις τας ελληνικάς πηγάς, τόμος Γ΄ – μέρος A΄, Λευκωσία 1975, σ. 304). [Πρώτη δημοσίευση, περ. Μικροφιλολογικά, 1(1997) σ. 46].

Published in: on Μαΐου 6, 2007 at 5:24 πμ  Σχολιάστε  

Προσωπικές μαρτυρίες

Τα κείμενα που απομνημονεύουν τη ζωή ενός υπαρκτού προσώπου, γραμμένα από τον ίδιο, έχουν συνήθως περισσότερη ένταση και αληθοφάνεια από ανάλογα κείμενα βιογραφικής ανάπλασης γραμμένα από τρίτο. Η σχέση των δύο (απομνημόνευμα / βιογραφία) είναι κάτι αντίστοιχο με την φυσική παρουσία ενός προσώπου έναντι μιας (έστω πολύ επιτυχημένης) απεικόνισής του.

Οι προσωπικές μαρτυρίες όταν προέρχονται από απλούς λαϊκούς ανθρώπους, που δεν προσβλέπουν σε οποιασδήποτε μορφής δικαίωση ή υστεροφημία, έχουν το πρόσθετο προσόν ότι είναι γραμμένες στο μέτρο των δυνάμεων του συγγραφέα, «με το χέρι στην καρδιά», και για τούτο η ειλικρίνειά τους δεν δικαιολογεί αβασάνιστη αμφισβήτηση. Το ίδιο δεν συμβαίνει με πρόσωπα της προβεβλημένης επικαιρότητας (ιστορικές προσωπικότητες, πολιτικούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες) των οποίων οι εμπειρίες και η συγγραφική συγκρότηση επιτρέπουν ωραιοποιήσεις, πλασματικές ερμηνείες, εμπάθειες και αποσιωπήσεις σκοπιμότητας.

Ένα από τα συνταρακτικότερα κείμενα προσωπικών μαρτυριών κατέγραψε η συγγραφέας Έλλη Παπαδημητρίου και επανεκδόθηκαν το 2003 από τις εκδόσεις «Ερμής» στην Αθήνα, σε τρεις τόμους, με τίτλο Ο κοινός λόγος. Πρόκειται για ενενηνταεννιά σύντομες αφηγήσεις ανωνύμων, που καλύπτουν τα χρόνια που προηγήθηκαν της Μικρασιατικής καταστροφής και φθάνουν έως και την τραγική περίοδο του Εμφυλίου στην Ελλάδα. Απλοί άνθρωποι του λαού αφηγούνται μοναδικές στιγμές της ζωής τους, με την αμεσότητα που μόνο ο προφορικός «κοινός λόγος» μπορεί να δώσει.

Στην Κύπρο οι εκδόσεις προσωπικών μαρτυριών δεν παρουσιάζονται με τη συχνότητα που τις συναντούμε στην Ελλάδα ή σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ίσως όλες κι όλες να μη ξεπερνούν τις τρεις δεκάδες. Όχι γιατί οι Κύπριοι δεν έχουν «πράγματα να πουν» αλλά επειδή, ίσως, είμαστε λιγότερο ευαισθητοποιημένοι στην ανάγκη καταγραφής τους. Και είναι κρίμα, επειδή όλες αυτές οι μαρτυρίες αποτελούν το προζύμι με το οποίο πλάθεται η κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα του τόπου.

Κάπως πρόχειρα και συνοπτικά θα αναφερθώ σε μερικές κυπριακές εκδόσεις προσωπικών μαρτυριών που, κατά καιρούς, αναιρούν με πολύ ευπρόσωπο τρόπο αυτό το βασικό έλλειμα της κυπριακής βιβλιογραφίας. Πρόκειται, κυρίως, για κείμενα που παρουσιάζουν και φιλολογικό ενδιαφέρον. Το 1982 ο ποιητής Λεύκιος Ζαφειρίου εξέδωσε το αφήγημα Οι συμμορίτες το οποίο αποτελεί ουσιαστικά αφήγηση των δύσκολων νεανικών του χρόνων στη Λάρνακα των τελευταίων χρόνων της αγγλικής κατοχής και των πρώτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για έργο χαμηλών τόνων, γραμμένο με πολλή ευαισθησία. Ο πολυταξιδεμένος και ολιγογράμματος Σάββας Τσερκεζής, από το χωριό Μαζωτός (συντοπίτης του Ζαφειρίου) πεθαίνοντας άφησε ένα μεγάλης αφηγηματικής αξίας εκτενές Ημερολόγιον του βίου μου το οποίο εκδόθηκε το 1988 και ευτύχισε να αγαπηθεί από το αναγνωστικό κοινό μας. Ήδη ετοιμάζεται δεύτερη έκδοσή του με συμπληρωματικό υλικό του προικισμενου αυτού λαϊκού συγγραφέα, το οποίο ήλθε στο φως τα τελευταία χρόνια. Η διακεκριμένη εκπαιδευτικός και συγγραφέας Μάγδα Μ. Κιτρομηλίδου κυκλοφόρησε το 1995 το λιτό αφήγημα/αυτοβιογράφημα Η άλλη εποχή με θέμα τη ζωή στη Αθήνα την εποχή της Κατοχής. Η έκδοση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη –όπως συχνά συμβαίνει με τα πιο σημαντικά στον τόπο μας (σε αντίθεση με πολλά κοινά και τετριμμένα «κύμβαλα αλαλάζοντα») – και αναμένει υπομονετικά τη δικαίωσή της, απούσης όμως της συγγραφέως.

Αρκετά άλλα αυτοβιογραφήματα γράφτηκαν από εκπαιδευτικούς ή από ανθρώπους που πήραν μέρος σε διάφορους πολέμους, τα οποία συνήθως δεν ξεπερνούν τις απλές καταγραφές γεγονότων. Εκεί όμως όπου η φτώχεια μας είναι εντυπωσιακή είναι σε απομνημονεύματα πολιτικών προσωπικοτήτων. Με ελάχιστες εξαιρέσεις (Γ. Γρίβας Διγενής, Γλαύκος Κληρίδης), άλλοι συντελεστές της νεότερής μας ιστορίας δεν άφησαν ή (ίσως) δεν προγραμματίζουν καταγραφή των δικών τους μαρτυριών. Και δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε ότι τούτο αποτελεί τεράστιο έλλειμμα για τον ιστορικό του μέλλοντος.

Published in: on Μαΐου 6, 2007 at 5:07 πμ  Σχολιάστε